Όταν πεις τις λέξεις.. δεν υπάρχει επιστροφή!
Υπάρχει ένας λεκές στο πάτωμα. Δε θυμάμαι από πότε. Θαρρείς και ήταν πάντα εκεί. Σαv σημάδι παρατημένο από χρόνια.
Κανείς δεν το προσέχει πια. Μήτε κι εγώ. Συνήθισαν τα μάτια να το βλέπουν και τα πόδια να το πατάνε. Πάλεψα να το καθαρίσω. Δεν πάει ο νους σου. Και τι δεν έβαλα πάνω του να φύγει, να πάει στο διάολο. Μάταια.
Στέκει εκεί. Φώλιασε μάλλον. Πού να φύγει να πάει; Πού θα βρει καλύτερα; Ας μείνει εδώ.
Καταραμένα όμορφα. Τα χαλασμένα κανείς δεν τα θέλει. Όλοι να τα ξεφορτωθούν θέλουν. Να τα πετάξουν από πάνω τους, να μην τους χαλάν τη μόστρα. Άχρηστα πράματα, βλέπεις. Χτυπάνε στο μάτι και σου τρίβουν την αλήθεια στη μούρη. Ποιος είναι έτοιμος για τόση αλήθεια; Όλοι τη ζητάνε κι όλοι την τρέμουνε.
Πονάει η αλήθεια, ξέρεις. Μπορεί να τη φαντάζεσαι, να την υποπτεύεσαι, να τη μυρίζεις παντού γύρω σου στον αέρα. Μπορεί να την αποζητάς, να θέλεις να ‘ρθει και να σε ελευθερώσει με έναν τρόπο δικό της αλλά ποτέ δε θα ‘σαι έτοιμος για εκείνη όταν έρθει. Ποτέ. Όσο καλά κι αν προετοιμαστείς, όσο κι αν περιμένεις. Εκείνη θα ‘ρθει ξαφνικά κι απρόβλεπτα. Θα σαρώσει τα πάντα στο διάβα της και θα σε στήσει στον τοίχο να σου πει δυο λογάκια σταράτα.
Κι εσύ πάντα ανήμπορος. Θα ακούς και δε θα πιστεύεις. Όσο καλπάζουσα κι αν είναι η φαντασία σου, πάντα η πραγματικότητα θα βρίσκει έναν τρόπο να σε αφήσει μαλάκα. Θα σου στερήσει το οξυγόνο απ’ τα πνευμόνια σου και το αίμα απ’ τις φλέβες σου. Τέτοια είναι. Θρασύτατη κι αγενής. Κάθεται και σε πυροβολεί στα σημεία που πονάς πιότερο. Αντέχεις. Δεν έχεις ανάγκη εσύ, λέει. Πού να ‘ξερε πόσο ανάγκη έχεις. Να σε πάρει με το μαλακό, να μη σε χτυπήσει τόσο. Να σου αφήσει λίγη δύναμη και για μετά. Όταν εκείνη φύγει και κάτσεις κάτω να ζυγιάσεις τα πράγματα.
Φταις κι εσύ. Πάντα φταις κι εσύ. Θες να το παίζεις ατσάλινος. Δε χόρτασες ακόμη βάρη. Θες κι άλλα. Βαστάω, λες κι ας μην αντέχεις μήτε γραμμάριο παραπάνω. Δε θες να φανεί η αδυναμία σου. Αυτή είναι για τους άλλους. Εσύ μπορείς, όλα τα μπορείς. Πάρε τώρα όση αλήθεια σου αναλογεί, στη μάπα. Λόγια είναι άλλωστε. Πόσο κακό να κάνουν; Θα τα πάρει ο αέρας κι αυτά και θα ξεχαστούν.
Πληγώνουν οι ριμάδες οι λέξεις. Πάνε και κάθονται στα πιο εύθραυστα σημεία σου. Να τα ραγίσουν κι άλλο, να σου δείξουν ποιος έχει το πάνω χέρι εδώ. Πονάνε οι κουβέντες που χύνονται αυθαίρετα απ’ τα χείλη χωρίς δεύτερες σκέψεις και δόλιους σκοπούς. Σε βρίσκουν ανοχύρωτο και σε ματώνουν γιατί κρύβουν αγνή ειλικρίνεια και ποιος τολμάει να τα βάλει μαζί της. Πονάει η άτιμη η αλήθεια γιατί είναι σπάνια κι όταν τη βρίσκεις πρέπει να σκύψεις και να την αφήσεις να περάσει από πάνω σου.
Τώρα ξέρεις. Τώρα είσαι χαλασμένος κι εσύ. Έμαθες. Δε σε τρομάζει. Άμα ξανάρθει, πες της με το μαλακό.Τα λόγια δεν έχουνε σχοινί να τα τραβήξεις πίσω.
