Κι εσύ μου λες ότι σε πνίγω με την αγάπη μου…
Της Στεύης Τσούτση.
Λες πως σε κουράζει η αγάπη μου.
Λες πως γίνεται κλοιός που σφίγγει ολοένα γύρω σου. Πως είσαι μαθημένος αλλιώς και πως όλη αυτή η στοργή σου είναι αδιανόητη.
Δεν την αντέχεις, δεν την μπορείς.
Κι είναι φορές που στη φροντίδα μου αντιδράς λες κι είμαι ο χειρότερος εχθρός σου.
Και με παγώνεις.
Με πονά να χτυπώ σε τοίχο.
Με αφοπλίζει να μην μπορώ να σ΄αγαπήσω όπως ξέρω και μπορώ.
Δεν είσαι συνηθισμένος λες.
Κάτι για ελευθερίες κι ανεξαρτησίες λες.
Πολλά λες κι ομολογώ πως καταλαβαίνω τα μισά.
Πως γίνεται, ο άνθρωπος που πάντα ψάχνει την αγάπη, να την αποδιώχνει;
Πως γίνεται να κουράζει η αγάπη όταν είναι ικανή να σου ανοίξει τόσους κόσμους;
Να σου γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό σου, να σε ωθήσει σε νέα όνειρα κι αισθήσεις που δεν είχες ανακαλύψει μέχρι τότε;
Κι εσύ μου λες ότι σε πνίγω με την αγάπη μου.
Μα εγώ αυτό τον τρόπο ξέρω να αγαπώ.
Με έννοια, με φροντίδα, με στιγμές.
Με χρόνο μοιρασμένο στον άνθρωπο που επέλεξες να μοιραστείς τη ζωή σου.
Με πράγματα μισά μισά, με αναμνήσεις κοινές, δημιουργημένες από μια αφετηρία.
Και πως μου λες ότι δε θέλεις να αλλάξει η ζωή σου; Πως θέλεις να είναι όπως πριν;
Πως θα είναι όπως πριν όταν εγώ υπάρχω πια μέσα σε αυτή; Όταν ζω κι αναπνέω γύρω σου; Όταν διεκδικώ το χώρο που μου ανήκει στη ζωή σου;
Πως γίνεται να κουράζει η αγάπη μου, όταν κουβαλά πάνω της τόση έννοια;
Κι αν πάλι γίνομαι τέτοιος μπελάς, δείξε μου τι πρέπει να κάνω.
Δίδαξε μου να σ’αγαπάω όπως αντέχεις.
Μάθε μου να σ’αγαπώ όπως συνήθισες και μπορείς.
Κι εγώ θα το κάνω.
Θα δαγκωθώ, θα μαζευτώ και θα το κάνω.
Όχι για τίποτα άλλο, μόνο γιατί σ’αγαπώ. Και θέλω να είσαι ευτυχισμένος.
Κι ας νιώθω εγώ λειψή. Ας γεμίζω συναίσθημα κι ας μην έχω που να το εξωτερικεύσω.
Ας μην έχω που να μοιράσω όλα εκείνα που μου γεννά η μορφή σου, η παρουσία σου, η αγάπη σου.
Δίδαξε μου. Κι εγώ θα γίνω η καλύτερη μαθήτρια.
Και θα μάθω γρήγορα να μη σε κουράζω.Να μη σε πιέζω, να μη σε γκρινιάζω.
Θα μάθω να είμαι όπως με θες. Για όσο με θες.
Ή για όσο αντέξω.
Όχι δε σε απειλώ.
Μονάχα έμαθα να λέω αυτό που σκέφτομαι.
Αυτό το ηφαίστειο που κουβαλάω μέσα μου κι εσύ το κρατάς σε πλήρη έλεγχο, δεν ξέρω πόσο θα μπορέσω να το συγκρατήσω.
Δεν ξέρω τις δυνάμεις μου. Δεν μπόρεσα ποτέ να τις περιορίσω.
Και δεν το θέλησα ποτέ.
Πάντα φοβόμουν, βλέπεις, το να μην είναι αρκετή η αγάπη μου.
Δεν ήξερα πως θα έφτανε μέρα που θα περισσεύει…
Κι όμως έγινε. Κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω.
Δεν ξέρω ποιο μαχαίρι είναι αυτό που κόβει αισθήματα. Να το βγάλω από το θηκάρι του και να φτιάξω την αγάπη μου στα μέτρα σου. Όσο μπορείς. Όσο θέλεις. Μα το κυριότερο όσο αντέχεις.
Κι όσο αντέξω κι εγώ με αισθήματα που έγιναν λειψά.
Πριν μου μάθεις, λοιπόν, πως να σ΄ αγαπώ λιγότερο, σκέψου καλά.
Μήπως θέλεις να μη σ΄αγαπώ καθόλου;
Δεν είναι κακό. Δε γεννήθηκαν να ταιριάζουν όλοι οι άνθρωποι.
Ίσως, λοιπόν, εμείς να είμαστε οι ασύμβατοι.
Πριν θελήσεις να μου πετσοκόψεις το θαύμα που περίμενα καιρό, πριν μετριάσεις την αγάπη μου φέρνοντάς την στα μέτρα σου, σκέψου.
Κι ό,τι αποφασίσεις, εδώ θα’ μαι. Με γέλιο, με δάκρυ, με αγκαλιά ανοιχτή ή πλάτη έτοιμη να γυρίσει.
Η απόφαση είναι δική σου. Και το ρίσκο επίσης.
Γιατί περιορίζοντάς με, θα παίξεις με το ενδεχόμενο να έρθει η μέρα που δε θα με νοιάζει να σου δώσω κι άλλα.
Που δε θα με ενδιαφέρει να σου δείξω όλη την αγάπη μου.
Γιατί δε θα ξεχειλίζει. Δε θα ξεχύνεται.
Θα συγκρατιέται. Κι όσο το κάνει, τόσο θα λιγνεύει.
‘Ωσπου θα έρθει η μέρα που θα σε κοιτώ και δε θα ξέρω αν βλέπω ξάδερφο ή φίλο.
Αν το θέλεις αυτό, πες μου να φύγω από τώρα.
Αν πάλι όχι, μη με κρατάς. Μη με περιορίζεις. Μη με φοβάσαι…
Άσε με να μείνω κοντά σου… να σε τυλίξω.
Μα πάνω από όλα, άσε με να σε αγαπήσω.
Διχως όρια, δίχως μέτρα, συγκρίσεις και περιορισμούς.
Απλά αγάπη.
Λιτή, ωμή, αφοπλιστική αγάπη…