Αγάπη που έγινες δίκοπο μαχαίρι…
Της Στεύης Τσούτση.
Πως γίνεται να αγαπάς και να μισείς το ίδιο άτομο ταυτόχρονα; Πως γίνεται στα ίδια μάτια να βλέπεις να καθρεφτίζεται ο εχθρός αλλά και ο πιστότερος σύμμαχός σου, παράλληλα;
Δεν ήξερε να πει.
Όμως έτσι ήταν. Γι’αυτήν τουλάχιστον.
Εκείνος ήταν και παρέμενε τα πάντα της.
Το φως και το πιο πηχτό σκοτάδι της.
Ο Παράδεισος και η Κόλαση.
Ο χαϊδευτής κι ο πιο σκληρός βασανιστής της.
Ήταν ο άνδρας που χρεώθηκε για μια ζωή.
Εντάξει δεν ήταν έτσι από την αρχή.
Οι αρχές του έρωτα τους ήταν μελωμένες. Κολλούσαν από βαρύ συναίσθημα κι όνειρα.
Έγιναν όλα γρήγορα γιατί δεν μπορούσαν και οι δυο τους να διανοηθούν πως θα γίνουν πιο αργά.
Εκείνη από τυφλωμένο έρωτα κι εκείνος από βιαστικό, αγχωμένο ντέρτι.
Γιατί φοβόταν μήπως και ο χρόνος αποκαλύψει τα ζόρια του. Κι όταν πια το έκανε, εκείνη ήταν ήδη η κυρά στο σπιτικό τους.
Γυναίκα.
Η γυναίκα του.
Με δόξα και τιμή.
Για τους έξω.
Γιατί μέσα, μήτε δόξα, μήτε τιμή. Μόνο φόβος και παράνοια.
Δε θυμόταν πότε της ήρθε το πρώτο χαστούκι. Ήταν σίγουρα σε μια στιγμή θυμού, από εκείνες που έμελλαν να εγκατασταθούν μόνιμα στο σπίτι τους, στο δωμάτιο των ξένων. Των ξένων που έγιναν οι πιο οικείοι συγκάτοικοι.
Ξαφνιάστηκε, ταράχτηκε. Θύμωσε και θέλησε να φύγει. Την έτσουξε το χαστούκι. Πρώτα στην καρδιά, μετά στην περηφάνεια. Τον πόνο τον αγνόησε αν κι είχε βαρύ χέρι.
Κι εκείνος έπεσε μετανιωμένος στα πόδια της και ζήτησε συγχώρεση.
Κι εκείνη τον συγχώρεσε. Γιατί τον αγαπούσε.
Μόνο που αυτή η σκηνή δεν υπήρξε η μοναδική στη ζωή τους. Αντίθετα. Έμελλε να επαναληφθεί ξανά και ξανά.
Θερμοκέφαλη αποδείχτηκε η αγάπη της. Και ζηλιάρα. Κι ευέξεπτη.
Σαν θύμωνε, που γινόταν πολύ εύκολα, όλα τα έβλεπε κόκκινα. Φωνές, κακό και χέρι σηκωμένο. Και πεσμένο πάνω της, όπου έβρισκε. Κεφάλι, πλευρά. Την τσάκιζε.
Κι όταν αυτή γινόταν ένα ανθρώπινο κουβάρι με ξεφτισμένη αξιοπρέπεια, εκείνος έπεφτε στα πόδια της και ζητούσε συγχώρεση. Κι έκλαιγε και παρακαλούσε και μετάνιωνε.
Κι εκείνη ξεχνούσε τους πόνους της και περιλάμβανε τους δικούς του. Τον συγχωρούσε.
Γιατί η αγάπη της για εκείνον, αν μπορεί κανείς να πει αγάπη κάτι αρρωστημένο σαν το πάθος που τους έδενε, την εμπόδιζε να κάνει βήμα από κοντά του.
Δεν ήθελε, δεν άντεχε, δε διανοούνταν τη ζωή της μακριά του.
Κόλαση και Παράδεισος μαζί.
Για δυο χέρια που νηφάλια της χάριζαν την ευτυχία και θυμωμένα τη βύθιζαν στην πιο σκληρή βία. Στην πιο φριχτή μοναξιά.
Κι απομακρύνθηκε από όλους. Γιατί δεν άντεχε να τον κατηγορούν όσοι δικοί της έβλεπαν με καθαρή ματιά την αλήθεια.
Τους έκανε πέρα κι έμεινε μόνη μαζί του.
Θα αλλάξει, έλεγε. Πίστευε πως εκείνη θα τον γιάτρευε από όποια πληγή τον έκαμε να φέρνεται θηρίο ανήμερο.
Μα δεν τα κατάφερε. Και κάπως έτσι, μεταξύ παράνοιας κι αγάπης, σπασμένων πλευρών και μαυρισμένων καρπών, έχασε κι ένα παιδί.
Το πρώτο της.
Κι αυτόματα έχασε κι ό,τι άλλο είχε.
Σπάραξε για την αγέννητη σπορά, ούρλιαξε η μάνα που είχε ήδη γιγαντώσει μέσα της.
Κι είπε όχι.
Σιχάθηκε το πάθος της. Εκείνη τη σιχαμένη αρρώστια που είχε κολλήσει στην καρδιά της και δεν την άφηνε να δει μέχρι εκείνη την ώρα πως τούτος ο άνθρωπος δεν αγαπούσε παρά μόνο τον εαυτό του.
Ήταν το κτήμα του, το υποχείριο του, μα ποτέ η γυναίκα του.
Όχι, δεν μπορούσε να είναι έτσι η αγάπη. Λάθος τα νόμιζε…
Η αγάπη δεν μπορεί να σηκώνει χέρι πάνω σου και να σε διαλύει. Δεν μπορεί να υπάρξει δίχως σεβασμό, δίχως εκτίμηση του άλλου. Κάτι άλλο ήταν αυτό που ζούσε. Κάτι άρρωστο που έπρεπε να το κόψει και να το διώξει από πάνω της πριν επεκταθεί. Πριν την καταπιεί ολόκληρη.
Σαράκι ήταν, όχι αγάπη…
Κι ήταν αυτή η συνειδητοποίηση που διέλυσε κάθε τι μες το κεφάλι της. Την έκανε να δει καθαρά.
Την ίδια μέρα έφτιαξε τη βαλίτσα της. Και τον περίμενε να γυρίσει για να του πετάξει στα μούτρα τις αλήθειες της.
Και το έκανε. Λάθος της.
Την πόρτα του σπιτιού τους δεν την πέρασε ποτέ. Όχι μόνη.
Λίγες μέρες μετά τους ανακάλυψαν δίπλα δίπλα. Σε μια αγκαλιά που έμελλε να είναι και η τελευταία τους. Πρώτα αυτή έφυγε από το χέρι του κι ύστερα αυτός, σμίγοντας δάκρυα, παράνοια κι αίμα.
“Παντού μαζί, αγαπημένη”, πιθανόν να της ψιθύρισε καθώς της στερούσε το μεγαλύτερο δώρο που δίνεται ποτέ στον άνθρωπο.
Την ίδια στιγμή που της χάριζε την εμμονική αγάπη του εις τον αιώνα…
Όχι δεν είχε happy end η ιστορία. Κι είναι πολλές που έχουν αντίστοιχη μοίρα.
Γιατί υπάρχουν κι αγάπες δίκοπα μαχαίρια.
Που σαν δεν έχουν που να ακονιστούν, παρασυρμένες από παράλογα, δυσβάσταχτα πάθη, γυρίζουν και μπήγονται στο ίδιο τους το σώμα…
Της Μ. και του Γ. που μοιράστηκαν τούτο το θανάσιμο αγκάλιασμα…