Να σέβεσαι και να ανέχεσαι τους άλλους.
Ο σεβασμός και η ανεκτικότητα είναι συμπληρωματικές αλλά διαφορετικής προέλευσης αξίες.
Ο σεβασμός έχει να κάνει με την αντιμετώπιση του άλλου στη βάση κυρίως μιας ιδιότητας ή ενός ρόλου και απορρέει από καθιερωμένους κανόνες κοινωνικής διαβίωσης: για παράδειγμα, σεβόμαστε τους δασκάλους μας, τους γονείς μας ή τους ηλικιωμένους, τους γείτονες ή τους προϊσταμένους μας. Από την άλλη, ανεκτικότητα σημαίνει προθυμία να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να σκέφτονται, να εκφράζονται και να δρουν ακόμη και με τρόπους οι οποίοι δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.
Ο σεβασμός ως αξία βρίσκεται εγγύτερα στον κόσμο του συντηρητισμού και της ευταξίας. Αποτελεί το είδος εκείνο της συμπεριφοράς που αντικατοπτρίζει αποδοχή παγιωμένων κοινωνικών ρόλων και σχέσεων. Από την άλλη, η ανεκτικότητα είναι μια φιλελεύθερη αξία που δείχνει την ικανότητά μας να συνυπάρχουμε με τους άλλους σε μια πλουραλιστική κοινωνία. Όπως σημειώνει ο πολιτικός επιστήμονας Α. Heywood, η φιλελεύθερη κοινωνική ηθική χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από την αποδοχή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιβράβευση της ηθικής, πολιτισμικής και πολιτικής διαφορετικότητας.
Μια κοινωνία μπορεί να παρουσιάζει πλεόνασμα σεβασμού και έλλειμμα ανεκτικότητας ή το αντίστροφο. Καμιά χώρα όμως δεν μπορεί να πάει μακριά εάν έχει έλλειμμα και στις δύο αυτές αξίες. Κι εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Παραδοσιακά συντηρητική, η ελληνική κοινωνία ήταν ανέκαθεν ελλειμματική σε ανεκτικότητα. Ο άλλος, ως διαφορετικός, είτε ενέπνεε φόβο είτε περιφρόνηση και διακωμώδηση (οι ομοφυλόφιλοι και οι διάφορες πολιτισμικές, θρησκευτικές ή άλλες μειονότητες το έζησαν έντονα στο πετσί τους αυτό). Από την άλλη όμως, η αξία του σεβασμού ήταν ιδιαίτερα ψηλά μέσα στη μέση ελληνική οικογένεια: να μάθεις να σέβεσαι τους άλλους ήταν κάτι με το οποίο γαλουχήθηκαν γενιές ολόκληρες παιδιών ακόμη (ή συνήθως) και με τη μέθοδο της «ράβδου».
Η ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση της μεταπολίτευσης υπονόμευσε τις καθιερωμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Ο ηλικιωμένος καθηγητής σου, για παράδειγμα, έπαψε να θεωρείται πηγή κοινωνικής αυθεντίας και αξιοσέβαστο πρόσωπο. Τώρα μπορείς να τον χλευάζεις δημόσια, να του χτίζεις το γραφείο ή να τον κρατάς όμηρο για ώρες. Αν χρειαστεί μπορείς και να τον χτυπήσεις (όχι πολύ, ίσα-ίσα για «συμμόρφωση»). Το ίδιο μπορείς να κάνεις και με τους αντιπροσώπους (που εσύ ψήφισες) στο Κοινοβούλιο ή οποιονδήποτε άλλο φορέα υποτιθέμενου κύρους ή εξουσίας. Η ατομική ή συλλογική επιδίωξη, το «έτσι θέλω» έγινε για πολλούς η μόνη νομιμοποιητική δύναμη (παρατηρήστε πώς συμπεριφέρονται πολλοί συνδικαλιστές). Η μεταπολίτευση έθεσε άλλες προτεραιότητες και η παλιά τάξη πραγμάτων έπρεπε να υποχωρήσει. Εξάλλου, όπως το είχε πει ο Α. Παπανδρέου: δεν υπάρχουν θεσμοί παρά μόνο ο λαός.
Ο σεβασμός ως αξία έχασε τη σημασία του, λοιπόν, αλλά μήπως γίναμε πιο ανεκτικοί; Κάθε άλλο. Καθετί διαφορετικό ως άποψη ή στάση ζωής προσλαμβάνεται ως απαράδεκτο και ως πρόκληση: Δείτε την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και θα το αντιληφθείτε γρήγορα: φωνές και ύβρεις, προσβολές κάθε είδους. Στο Κοινοβούλιο η κατάσταση είναι οικτρή. Μπορεί να σας φαίνεται παλιομοδίτικο (ίσως να φταίει ότι μεγαλώνω κιόλας), αλλά συγκινούμαι όταν ακούω αγορεύσεις παλιών κοινοβουλευτικών.
Και ύστερα απορούμε για την ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής ή άλλων μορφών εξτρεμισμού. Στην πραγματικότητα, η λεκτική βία και η ισοπέδωση της διαφορετικής άποψης δεν είναι παρά ο προθάλαμος της σωματικής βίας και του αυταρχισμού. Όταν αποκαλείς τον άλλον δωσίλογο, πουλημένο, φασίστα, προδότη, γιατί απορείς στη συνέχεια αν κάποιοι θερμοκέφαλοι πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα;
από την Καθημερινή – άρθρο του Νίκου Μαραντζίδη αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.
