Γιατί με άφησες ρε αθεόφοβε να σε ερωτευτώ;
Της Μαρίας Σμυρνιωτάκη.
Φοράω την μπλούζα σου απόψε…
Ναι, εκείνη τη γκρι, που μου χάρισες μία παθιασμένη νύχτα στο κέντρο της Αθήνας!
Θυμάσαι εκείνο το μικρό δωμάτιο ξενοδοχείου άραγε; Θυμάσαι με πόση λαχτάρα κλειστήκαμε εκεί μέσα οι δυο μας για να ζήσουμε έστω κι ένα βράδυ σαν ένα φυσιολογικό ζευγάρι;
Θυμάσαι πόσο πολύ επέμενες να πάμε εκεί;
Εγώ η δειλή το απέφευγα, γιατί μου φαινόταν «φθηνό», αλλά με καθησύχασες με μία σου φράση: «Δεν έχει σημασία πού θα κοιμηθεί ο έρωτάς μας απόψε! Σημασία έχει πως θα τον νανουρίσουμε μαζί…»
Κλείστηκα στον εαυτό μου και πάλι! Παραμιλάω ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα πόδια σηκωμένα να ακουμπούν στον τοίχο και κοιτάζω το ταβάνι σα να πρόκειται να απαντήσει σε όλα μου τα ερωτήματα.
«Νύχτα είναι, θα περάσει», σκέφτομαι και χασμουριέμαι απ’ τη βαρεμάρα της ημέρας κι όχι απ’ τη νύστα!
Νύστα…!!!
Μα πόσο καιρό έχω να την αισθανθώ αυτή την «κυρία»!
Πάνε εβδομάδες που έχω να κοιμηθώ σαν άνθρωπος και στριφογυρίζω στο κρεβάτι, παλεύοντας με τις κουβέρτες και λύνοντας άπειρα Sudoku για να περάσει η ώρα. Κι αυτό γιατί με βασανίζει η σκέψη σου ρε γαμώτο!
Δεν είναι τόσο ότι μου λείπεις!
Όχι δε μου λείπεις, γιατί πλέον συνήθισα στην απουσία σου, αλλά να… με πονάει η έλλειψη όλων εκείνων των συναισθημάτων που ένιωσα για εσένα!
Ανάθεμα σε δειλέ!
Με έβαλες στο «τρυπάκι» να σε ερωτευθώ με όλες εκείνες τις μεγάλες σου κουβέντες, που κατάφερναν πάντα να μου “πηδάνε” τον εγκέφαλο και τώρα νιώθω εγκεφαλικά νεκρή!
Γιατί με άφησες ρε αθεόφοβε να σε ερωτευτώ;
Γιατί προκάλεσες τον ίδιο τον θεό του Έρωτα να με χτυπήσει με αυτά τα ηλίθια βέλη του; Γιατί με καταράστηκες να αναζητώ το άγγιγμά σου σε κάθε ξένα χέρια;
Ήθελα να ήξερα τι είχες στο μυαλό σου τότε που με κυνηγούσες μερόνυχτα και μου έταζες τον ουρανό με τ’ άστρα! Και στα έλεγα εγώ, στα επισήμανα άπειρες φορές.
«Δεν είμαι εγώ για έρωτες μωρό μου. Χάνω τον εαυτό μου και παραλογίζομαι στο πέρασμα αυτού του συναισθήματος».
Να πω πως δε σε προειδοποίησα;!
Μα ήμουν πάντα ξεκάθαρη μαζί σου, απ’ την αρχή κιόλας!
Εσύ όμως επέμενες, σαν τον πυρομανή που κρατάει τα σπίρτα στα χέρια του και ψάχνεται να ανάψει φωτιές!
Έτσι σε είχα στο μυαλό μου κι έτσι εξακολουθώ να σε θυμάμαι!
Είσαι αυτός που γουστάρει να ανάβει φωτιές κι ύστερα να χάνεται και να ρίχνει την ευθύνη σε άλλους για να τις σβήσουν.
Τώρα είμαι σίγουρη πως πολύ το γουστάρεις που με έκαψες και που προστέθηκα κι εγώ στον τοίχο με τα παράσημά σου κι έγινα άλλο ένα έπαθλο στην συλλογή σου!
Αχ αυτά τα μάτια σου…!
Όσες νύχτες κι αν χρειαστεί να ξοδέψω ακόμα, για να τα κρατήσω ζωντανά μπροστά στα μάτια μου, θα τις ξοδέψω και με το παραπάνω!
Σαδομαζοχισμός;
Πες το όπως θέλεις, δε με αφορά!
Τα κρατάω ζωντανά στη μνήμη μου, στα μάτια μου, για να θυμάμαι πως εγώ η δειλή, η ντροπαλή και η ψυχρή τόλμησα να ερωτευθώ και να αφεθώ στην μαγεία του έρωτα!
Εγώ μωρό μου, νανούρισα τον έρωτά μου στο κορμί που ποθούσα. Τον φίλησα στα χέρια με αγάπη, τρυφερότητα και πρωτόγνωρη για εμένα επιθυμία! Τον αγκάλιασα με φτερά έτοιμα να σπάσουν, αλλά με τόση στοργή που τίποτα άλλο δε μπορούσε να τα σπάσει, πέραν από εσένα τον ίδιο!
Όλα αυτά μωρό μου, με προσθέτουν στην λίστα των ανθρώπων εκείνων που ρίσκαραν, που προσπάθησαν και που ανέλαβαν τις ευθύνες τους, όσο μεγάλες κι αν ήταν!
Όλα αυτά μωρό μου με προσθέτουν σε εκείνη τη λίστα κι όχι στον τοίχο με τα παράσημά σου!
Ακόμα μυρίζω την μπλούζα σου και χασμουριέμαι…
Καληνύχτα μικρέ μου….
Νανούρισα κι απόψε τον έρωτά μου… έστω και μακριά σου…!