Δεν θέλω να μείνω άλλο εδώ.. πάμε να φτιάξουμε τον κόσμο μας σου λέω!!
Είδα τη μαμά να προσπαθεί να με γλιτώσει από τα χέρια του πατέρα, που κάθε που γυρνούσε σπίτι βρωμοκοπούσε η ανάσα του αλκοόλ κι έψαχνε κάποιον να βγάλει το άχτι του. Την άκουγα τα βράδια να κλαίει και να ωρύεται, όσο κι αν προσπαθούσε να πνίξει τον ήχο στο μαξιλάρι , εγώ άκουγα. Σε διαπερνούν οι τσιρίδες της ψυχής όταν πονάει.
Καπνός, βγήκε από τα χείλη μου στα 15 κι είχα να καμαρώνω και γι αυτό. Είδα να κοιτούν τα πόδια μου οι παππούδες με τα σάλια τους να τρέχουν και να χτυπούν το μπεγλέρι ,με τον ίδιο τρόπο που θελα να τους χτυπήσω εγώ. Έναν πατέρα να χαστουκίζει τη φιλενάδα μου μπροστά στα άλλα παιδιά, γιατί σχολάσαμε τελευταίες ύστερα από την κατσάδα του καθηγητή που μας κράτησε να μας πει δυο φωνήεντα. Έβλεπα, μα τίποτα δεν έκανα.
Γελούσα με τους άλλους που κορόιδευαν τα παχουλά της τάξης όλοι οι υπόλοιποι που παριστάναμε τους ωραίους και τις ωραίες. Στα καφέ τα Σάββατα που κάναμε κοπάνα από τη σκιά των γονιών με διάφορα ψέματα, τους είδα όλους να κάνουν χάζι μήπως και “φάνε τίποτα”- ακόμα μου χει μείνει αυτή η ατάκα. Δεν έκανα κάτι να αντιδράσω. Έπαιρνα το κραγιόν της μάνας κι ανέβαζα τη φούστα λίγο πιο ψηλά να ξεχωρίζω από τις άλλες, τις μέτριες που όρκο έπαιρνα πως με ζηλεύουν.
Ύστερα έγινα ολόκληρη δεσποινίδα κι είδα τους άντρες να παραπλανούν και τις κοπέλες να το απολαμβάνουν δίνοντας το κορμί τους σα πενηντάλεπτο σε ζητιάνους. Έκλαιγαν ύστερα, μα δε βαστούσε πάνω από δυο μέρες- είχαν σταμπάρει ήδη τον επόμενο. Τους άκουγα όλους να πουλάνε λόγια μεγάλα και να βρωμίζουν την αγάπη με τις μικρές τους ψυχές. Μα αν ήθελες να μην γκρεμίσουν τη φωλιά που τρύπωνες και προστατευόσουν, έτσι έπρεπε να κάνεις.
Κι όταν άρχισε να σπάει το πρόσωπο μου και να βγαίνει η πρώτη γκρίζα τρίχα, ήρθες εσύ. Που όταν φώναξα στον πρώτο μας καβγά, με έβαλες στη θέση μου γιατί δε σήκωνες άσχημες κουβέντες, από αυτές που χα μάθει να λέω και να κάθονται όλοι σούζα. Όλα έλεγες, θα τα λύναμε με κουβέντα και ένα ποτήρι κρασί που θα πίναμε αγκαλιά. Κρατούσες το λεβιέ μαζί με το χέρι μου όταν οδηγούσες , όχι τα πόδια μου. Μου πες πως οι άνθρωποι είναι όμορφοι, το ίδιο κι εγώ μα δε μου το δειξε κανείς. Την ασχήμια θέλουν, για να χουν να καθρεφτίζονται. Γιατί είναι εύκολη.
Και ναι, αυτό θα έκανα. Γι αυτό σου λέω, πιάσε μου το χέρι και άστους αυτούς. Να χτίσουμε ένα παλάτι και να κλειδωθούμε οι δυο μας μέσα, να φτιάξουμε έναν κόσμο σαν αυτόν που μου περιγράφεις τα βράδια. Τον έχω ερωτευτεί, πιο πολύ κι από σένα.
Έλα σου λέω, πάμε. Είναι κακοί εκεί έξω όλοι τους και θα μας φάνε.
Της Ευτυχίας Παπούλια