Με κουβαλάς μέσα σου κι αυτή είναι η εκδίκησή μου.
Τώρα, όταν ακούς τ’ όνομά μου, ανεβάζεις άθελά σου παλμούς και χλομιάζεις. Γυρίζεις το κεφάλι τρομοκρατημένος, μήπως βρίσκομαι κάπου εκεί κοντά και ψάχνεις να με βρεις.
Μα εγώ δεν είμαι πουθενά. Κι ούτε θα ξαναυπάρξω γύρω σου. Όταν σε ρωτάνε για μένα, αλλάζεις βιαστικά κι αδέξια θέμα. Όταν κάποιος αναφέρεται στο όνομά μου, κοιτάς άλλοτε το κινητό κι άλλοτε πίνεις το ποτό σου, τάχα μου αδιάφορα.
Νευριάζεις όταν κάποιος πίνει τον καφέ του, όπως εγώ. Όταν σου προτείνουν να πας σε μέρη, που αγαπώ. Αποφεύγεις τις βόλτες στην θάλασσα γιατί ξέρεις πόσο την λατρεύω κι όταν ακούς το τραγούδι μου στο ράδιο το κλείνεις με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς δεύτερη σκέψη. Θυμώνεις με ό,τι κι αν με θυμίζει και ξενερώνεις μόλις καταλάβεις ότι η κοπέλα που για ώρα κοίταζες στο μπαρ έχει το χρώμα των ματιών μου.
Πολύ περισσότερο, ξενερώνεις με την καινούρια σου γκόμενα, την ηλίθια αίσθηση του χιούμορ της και το αδιάφορό της γούστο στα εσώρουχα. Εκνευρίζεσαι που δεν ξέρει πού και πώς να σε αγγίξει και που τα μαλλιά δε μυρίζουν όπως τα δικά μου. Θυμώνεις με τον εαυτό σου, που όταν το σώμα της είναι κολλημένο πάνω στο δικό σου, εσύ σκέφτεσαι εμένα. Πάλι εμένα. Κι αυτό που δε θα μου συγχωρήσεις ποτέ, είναι που πάνω στην στιγμή μιας ηδονής που μοιραστήκατε τη φώναξες με το δικό μου όνομα.
Αυτό είμαι για σένα εγώ. Μια ενοχλητική σκέψη που σε εμποδίζει να ζήσεις τις στιγμές σου. Αυτό επέλεξα να γίνω, αφού αυτό με άφησες. Δε μιλάς για μένα, όμως με σκέφτεσαι. Είμαι όσα δεν τόλμησες, όσα φοβήθηκες και θα σε στοιχειώνω πάντα. Το ξέρω ότι δεν αντέχεις να με κουβαλάς στην καθημερινότητά σου. Όπως δεν άντεχες και να τη μοιραστούμε παρέα.
Θα ήταν ανόητο να πω πως δε σου κρατάω κακία. Πως σε συγχώρεσα που δείλιασες και το ‘βαλες στα πόδια. Που πήρες την καλύτερή μου εκδοχή και μ’ άφησες με την χειρότερη. Που δε μας έδωσες την αναθεματισμένη ευκαιρία, που εμμονικά σου ζητούσα. Που δεν πίστεψες σε μας. Που άδειασες εμένα για να γεμίσεις εσύ. Δε σε συγχώρεσα κι ούτε θα το κάνω.
Θα ήταν ανόητο να πω, επίσης πως δεν τα περίμενα όλα αυτά. Έχω μεγαλώσει αρκετά πια, βλέπεις. Έχω γίνει πολύ καλή στο να προβλέπω καταστάσεις. Ακόμη καλύτερη στο να προβλέπω ανθρώπους. Το πιο μεγάλο λάθος που έκανες ήταν να με υποτιμήσεις. Γιατί εγώ ήξερα από την αρχή πως δεν σκόπευες να μείνεις. Πως δεν ήθελες. Μπορούσα να μαντέψω με μαθηματική ακρίβεια το πότε θα ‘ρθεις και το πότε θα φύγεις. Το πόσο θα κάτσεις. Γι’ αυτό κι εγώ, χωρίς να το καταλάβεις τρύπωνα μέσα σου, τις στιγμές που δεν κοιτούσες. Κάθε φορά και πιο βαθιά.
Γιατί μπορείς πάντα να φύγεις, να τρέξεις απ’ όλα όσα σε κυνηγάνε. Από αυτά που θες να ξεφύγεις. Δεν μπορείς, όμως, να ξεφύγεις από κάποιον που κουβαλάς μέσα σου. Κι αυτή είναι η εκδίκησή μου.
Επιμέλεια Κειμένου Ελευθερίας Ηλιοπούλου: Κατερίνα Κεχαγιά.
Συντάκτης: Ελευθερία Ηλιοπούλου
