Την πιο σπουδαία εικόνα για τον εαυτό μου τη βλέπω όταν φεύγω.
Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι την πιο σπουδαία εικόνα για τον εαυτό μου τη βλέπω όταν φεύγω.
Όταν σταματώ να τα μαζεύω μέσα μου και αρχίζω να μαζεύω τα μπογαλάκια μου για τη θεαματική έξοδο. Με καμαρώνω γεμάτη θάρρος να ανασκουμπώνομαι, κι ας νιώθω τα κομμάτια μου όλα σκορπισμένα. Είναι η στιγμή που σταματώ να ελπίζω μάταια σε ροζ συννεφάκια και να κοιτώ ρεαλιστικά τις σαπουνόφουσκες που σκάνε γύρω μου μία μία.
Γιατί ξέρω ότι είναι κόντρα στη φύση μου από ρομαντική να γίνω πρακτική και όμως κάνω βήματα αντίθετα στην καρδιά μου. Κι από απαισιόδοξη παλεύω να με κάνω αισιόδοξη στην πιο δύσκολη στιγμή. Τότε που έχω ανάγκη να πιστέψω ότι αν εδώ δεν είμαι καλά, παρακάτω θα γίνω.
Θα με κάνω εγώ.
Δε μαλώνω όταν φεύγω, όταν μου φεύγουν. Μιλώ και ακούω. Τότε είναι που γίνονται οι καλύτερες συζητήσεις. Με τον άλλο και με τον εαυτό μου. Ανακαλύπτω πολλά για εμένα και μ’ αρέσει να τα συλλογίζομαι μετά. Τον πόνο μου δεν τον αναλύω αν δεν τον αντέχω. Μέσα από τα δάκρυά μου όμως βλέπω τα καλά μου και τα ανάποδά μου. Αν έχω φύγει εγώ μου δείχνω εμπιστοσύνη. Με ρωτώ αν ήμουν σίγουρη, αν πάλεψα και αν τελικά αγάπησα. Θέλω πάντα να αγαπώ, να νιώθω. Τότε αισθάνομαι ότι έφυγα κερδισμένη, δυνατή. Αν δεν ένιωσα κάτι δυνατό με μαλώνω και μου λέω ότι έπρεπε να φύγω νωρίτερα.
Έπειτα αναλογίζομαι αν πήρα αγάπη, πάθος, κατανόηση – γνώση και συναίσθημα. Κάθομαι στο πάτωμα σε μια γωνιά, με κρασιά και τσιγάρα και τα αναλύω νοερά. Τα μετρώ και τα λογαριάζω όλα. Στο «μέτρημα» αυτό δε σπαταλώ τις σκέψεις μου σε υποθετικά σενάρια. Αυτά τα έχω διαγράψει από μέσα μου όταν άνοιξα την πόρτα κι έφυγα. Τις ελπίδες και τις προσδοκίες μου τις κάνω κουβάρια και στέκομαι μόνο στις αλήθειες. Στο τι έγινε και τι όχι. Στο κουράγιο μου να αναγνωρίσω ότι δεν κολλούσα και να ξεκολλήσω.
Έπειτα σκέφτομαι εκείνους που με «έδιωξαν», όσους λάκισαν πριν από μένα. Ίσως τελικά εκείνοι πρώτοι με εκτίμησαν σωστά. Είδαν τα καλά μου και τα άσχημά μου και μέτρησαν τον εαυτό τους απέναντί μου. Είχαν το θάρρος να παραδεχτούν πως ήταν αταίριαστοι μαζί μου και με έναν περίεργο τρόπο με προστάτεψαν. Με γλύτωσαν από λάθη και με πόνεσαν αποχωρώντας για να μη με πονέσουν μένοντας.
Όλα τα μετρώ. Καθισμένη στο πάτωμα. Εκεί σε μια γωνιά. Με κρασιά και με τσιγάρα. Έτσι τα συλλογίζομαι όλα. Εκεί τα λογαριάζω και τα καταγράφω. Κάποια τα διαγράφω. Κάποια με πληγώνουν, και κάποια με εκπλήσσουν. Όλα όμως μου διδάσκουν. Πώς ήμουν, πώς έφυγα, πώς θα συνεχίσω.
Και ξέρω πως όταν θα σηκωθώ θα είμαι καλά. Εγώ θα με κάνω.
