Ο πόνος βιώνεται. Ο e-πόνος περιγράφεται!!
Είναι ιδιαιτέρως αμήχανο να βλέπεις τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να έχουν μεταβληθεί σ’ ένα τεράστιο e-εικονοστάσι και ακόμη πιο αμήχανο να βλέπεις ανθρώπους να τσακώνονται για τον «πρέποντα τρόπο» να θρηνείς κάποιον στο Facebook.
Ως τα μοναδικά θηλαστικά με συναίσθηση της ματαιότητας της ύπαρξής μας, ξορκίζουμε τη σκέψη του θανάτου σε κάθε ευκαιρία. Ως ιδιαιτέρως συναισθηματικός λαός οι έλληνες, έχουμε την τάση να «συμμετέχουμε» (και) στον θάνατο του άλλου, σε μια ακούσια προσπάθεια να σπρώξουμε τον δικό μας ακόμα μακρύτερα χρονικά. Αν έχετε δει νεκρική πομπή σε χωριό με μοιρολογίστρες, καταλαβαίνετε τι εννοώ.
Με την ταχύτατη κλιμάκωση της ηλεκτρονικής μας αλληλεπίδρασης, η έκφραση του προσωπικού πένθους άρχισε να μεταλλάσσεται, να «ανοίγει». Άρχισε να δημοσιοποιείται πιο εύκολα, ούτως ειπείν. Επώνυμα, ανώνυμα ή ψευδώνυμα, οι λέξεις άρχισαν να ρέουν στις οθόνες. Ίσως γιατί είναι πιο εύκολες από τα λόγια, ίσως γιατί δεν μας πολυαφορούν, δεν «ακουμπάνε», ίσως γιατί η συχνότητα της online παρουσίας μας γέννησε μια νέα ηθική υποχρέωση να «τοποθετούμαστε σε αυτά τα συμβάντα».
Και το κάνουμε. Σε υπερβολικό βαθμό, πολλές φορές. Ο καθένας με τον τρόπο του και αναλόγως του δεσίματος που ένιωθε με κάθε εκλιπόντα, επιχειρεί να καταγράψει (και σε κάποιο βαθμό να μοιραστεί) τον πόνο του για την απώλεια. Μόνο που ο συγκεκριμένος πόνος δεν γράφεται, ούτε περιγράφεται. Δεν μπορείς να τον φωνάξεις, ούτε να επιβάλλεις την έντασή του στους «συνπενθούντες». Μόνο να τον βιώσεις μπορείς. Αν είσαι συγγενής ή οικείο πρόσωπο του θανόντος. Αν είσαι παραέξω απ’ αυτόν τον κύκλο, κάνεις μόνο ό,τι καταλαβαίνεις. Στην πραγματική σου ζωή. Γιατί στην εικονική σου ζωή αισθάνεσαι ότι στην περίπτωση αυτή (όπως και στη συντριπτική πλειοψηφία των υπολοίπων) ένας μεγεθυντικός φακός ακολουθεί κάθε σου σχόλιο και άρα οι δικές σου οιμωγές πρέπει να ακουστούν δυνατότερα από των άλλων. Νιώθεις ότι οφείλεις να το διεκδικήσεις για τον εαυτό σου αυτό.