Αξίζει για ένα πάθος να τινάξεις στον αέρα μια ολόκληρη ζωή;
Της Στεύης Τσούτση.
Μιλάς για μεγάλα πάθη.
Κάθεσαι ώρες αγναντεύοντας το κενό και μετράς. Στιγμές, μνήμες, απωθημένα, όνειρα…
Και λογαριάζεις όσα άφησες να πάνε χαμένα για την ασφάλεια ενός σπιτιού. Μιας γυναίκας που έκανες γυναίκα σου κι ενός παιδιού που κοιμάται ακόμη στην κούνια του.
Απαρνήθηκες τα μεγάλα πάθη που σε φόρτωσαν πληγές, για την ασφάλεια ενός σπιτιού.
Πόνταρες στα σίγουρα, στα βέβαια, τα αναίμακτα.
Κι έρχεσαι τώρα, χρόνια μετά από εκείνη την απόφαση, να μιλήσεις για μεγάλα πάθη.
Έρχεσαι να πεις πως σου έλειψαν, πως τα αναζητάς διψασμένα.
Πως κουράστηκες τα σίγουρα, τα απάνεμα.
Σαν κάτι ναυτικούς που απαρνήθηκαν τη θάλασσα κι έμειναν στη στεριά. Κι όποτε φουρτουνιάζει, εκείνοι ονειρεύονται θαλασσοπιάσματα στα ανοιχτά, μακριά από απάνεμα λιμάνια και κυματοθραύστες.
Σου λέω πως είναι αργά.
Πως μια τέτοια απόφαση, θα σε κάνει να θερίσεις θύελλες. Δε θάναι μια απλή φουρτούνα.
Κι εσύ με κοιτάς λες και με λυπάσαι για την ατολμία μου.
Μα ξέρω πως πάνω από όλους, λυπάσαι εσένα.
Και μετράς ολοένα τις αποφάσεις που πήρες τότε. Και ψάχνεις να βρεις πως έκλεψες τον εαυτό σου στη ζυγαριά κι επέλεξες έναν ήσυχο γάμο με μια τυπική σύντροφο.
Δίχως την τρυφερότητα που ζητάς. Δίχως το πάθος που διψάς.
Και τώρα θες να τα διαλύσεις όλα στον αέρα.
Και μου φωνάζεις όταν σου λέω πως δεν έχεις το δικαίωμα.
Αντιδράς με το θυμό ανθρώπου που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει άδικο.
Μα δε θα σου κάνω το χατίρι να σου χαϊδέψω τα αυτιά.
Με ρωτάς αν ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία. Δικαίωμα στο λάθος. Στην αλλαγή.
Θα σου πω πως ναι. Έχει…
Αρκεί να γνωρίζει το τίμημα και να είναι διατεθειμένος να το υποστεί.
Εσύ είσαι;
Είσαι ικανός να διαλύσεις τα πάντα και να κυνηγήσεις το μεγάλο πάθος;
Είσαι τόσο σίγουρος γι΄αυτό ώστε να κάνεις σκόνη μια ζωή;
Εγώ θα φοβόμουν.
Ίσως γιατί εγώ είμαι από τη φύση μου δειλή.
Ίσως γιατί με κάψανε τα μεγάλα πάθη και τα τρέμω…
Ίσως γιατί αυτά τα απόλυτα, τα δυνατά, τα απάλευτα, μου φαίνονται λίγο ψεύτικα τώρα πια.
Τα μεγάλα πάθη, φίλε μου, όμορφα καίγονται. Είναι η στόφα τους από εύφλεκτο υλικό. Τα ζεις, ποτίζεις από δαύτα, αναπνέεις γι’αυτά κι έρχεται μια μέρα που τελειώνουν.
Και μετά;
Μένει κάτι ή απομένεις να κοιτάς τα αποκαΐδια άλλου ενός λάθους;
Γι’αυτό στο ξαναλέω, εγώ η δειλή και πληγωμένη…
Πριν βγάλεις το σπαθί απ΄το θηκάρι του και στήσεις επανάσταση για τα χρόνια που λες χαμένα, σκέψου.
Πόσα ποντάρεις, πόσα κινδυνεύεις να χάσεις και τι είναι αυτό που θα κερδίσεις, αν επιμείνεις…
Κι αν όλα τα βρεις κατά πως νιώθεις, άρχισε να θερίζεις θύελλες. Αγώνας για το πάθος που στερήθηκες κι αποφάσισες πως χωρίς αυτό δε ζεις.
Αν όμως διαλέξεις τα απάνεμα, τα ήρεμα, τα σίγουρα, κάνε το με την καρδιά σου. Μήτε από θυσία, μήτε από υποχρέωση.
Κανείς δεν αξίζει να μένει μαζί σου και να στερείται την αγάπη σου.
Δύσκολα μαθηματικά θα πεις.
Δύσκολα μα όχι άλυτα, θα σου απαντήσω. Κι αυτό φρόντισε να το θυμάσαι…