Τώρα που έχω ψυχή κι είναι ολόδικιά μου, μπορώ να σου πω “δεν πειράζει”…
Της Κατερίνας Ξυπάκη
Τόσο βιαστικά που δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω, τι θα τις κάνεις. Σε τι μπορούν να χρησιμεύουν τώρα πια έτσι άχρωμες που είναι; Ξεθωριασμένες; Μάλλον θα τις πέταξες όπως και όλα όσα με θυμίζουν, σωστά; Άλλωστε για σενα εύκολα πετιούνται οι άνθρωποι .
Αλήθεια…
Πώς είναι να φεύγεις μακριά απο αυτούς που σ’αγαπούν πολύ; Μάλλον θα είναι ευχάριστο να μη σε «πνίγουν» με γλυκόλογα και αγκαλιές.
Πώς είναι να κλέβεις το οξυγόνο τους και να τους αφήνεις συναισθηματικά ανάπηρους σε ένα παγωμένο δωμάτιο εντατικής και απόλυτα εξαρτώμενους από μηχάνημα τεχνητής αναπνοής; Πλάκα θα ‘χει, άλλωστε «έλα μωρέ, γεμίσαμε συναισθηματικά ανάπηρους κ τι έγινε;»
Ξέρεις πόσες φορές χρειάστηκε να ξεπλύνω την ψυχή μου για να ξεβάψει απο το χρώμα σου; Μάτωσαν τα χέρια μου να την τρίβω , άλλοτε με μανία κι άλλοτε με λύπηση γιατί την έβλεπα να ξεβάφει,να παλιώνει, να ξεχειλώνει. Κι όταν πια κουράστηκα να την καθαρίζω, αποφάσισα να την πετάξω και ν’αγοράσω άλλη , καινούργια. Πόσο αφελής, ήμουν!
Ξεκίνησα να ρωτάω πού πουλάνε ψυχές, αλλά όλοι με κοίταζαν με μάτια απορημένα. Πουθενά δεν πουλάνε … κοίτα ατυχία!
Άψυχη, λοιπόν , όπως με άφησες σκέφτηκα να φτιάξω μια δικιά μου με πηλό. Της έδωσα σχήμα , μορφή και χρώμα που τόσο στερήθηκα! Τη δούλευα ώρες, μέρες, χρόνια. Νύχτες της μιλούσα για τα όμορφα και τ΄άσχημα, ώσπου κάποια στιγμή πήρε μορφή. Σα να ζωντάνεψε! Ήταν έτοιμη! Της έδωσα και όνομα, αλλά δε θα στο πω, δε σ’ εμπιστεύομαι πια.
Το μόνο που θέλω να ξέρεις είναι πως είμαι ζωντανή και έχω ψυχή πια, ολοδικιά μου! Δεν πειράζει που δεν είναι καλοσχηματισμένη, δεν πειράζει που είναι ατελής. Είναι πλασμένη απο τα χέρια μου, με τα δάκρυά μου, με αίμα απο την καρδιά μου.Κι ας χωλαίνουν οι αναμνήσεις της , είναι εδώ για μένα και μαζί θα φτιάξουμε καινούριες!
Σαν σκληροί εργάτες που δουλεύουν ώρες στο κρύο και τη βροχή , ξεπνεομένοι για το μεροκάματο. Θα καταφέρουμε να εγκαταλείψουμε την εντατική μας, όχι χωρίς ουλές , αλλά όρθιοι…
