Όσο σε κοιτάζω, βλέπω πάνω σου κομμάτια δικά μου.
Ήταν νύχτα και είχε ψύχος όταν τυχαία συναντηθήκαμε.
Δε σε είδα, δε με κοίταξες, απλά περάσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον και προσπεράσαμε τις βιαστικές υπάρξεις μας.
Περπατούσα ανάμεσα σε ανθρώπους, σκιές, καταστάσεις και ουρανούς, άλλοτε όμορφους και άλλοτε δύσβατους. Άλλες φορές με πρόσωπα οικεία, που πότε έκαναν αισθητή την παρουσία τους, άλλες φορές στο φόντο του τώρα μου, άλλες φορές εξαφανισμένα εντελώς. Κάποιες φορές είδα και πρόσωπα που κάπου είχα ξαναδεί στην πορεία μου, που όμως κι εκείνα απλά ακολουθούσαν τη δική τους πορεία, χωρίς να αγγίζουν καν τη δική μου.
Δε σε είδα, δε με κοίταξες, απλά πάλι περάσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον, αυτή τη φορά με ένα μικρό σημάδι αναγνώρισης της βιαστικής εκείνης μας σκιάς.
Παράλληλοι κόσμοι, παράλληλες ζωές, με τόσα όμως αξιοθαύμαστα σημεία που ενώνονταν και αδυνατούσαμε να δούμε και να ορίσουμε.
Και όσο προχωράμε τόσο αυτά τα σημεία αρχίζουν να ενοχλούν την πορεία μου.
Ξαφνικά σκοντάφτουν οι πνοές μας και παραπατάνε πάνω στα βήματά μας. Εκεί κάπου σε θυμάμαι, σε αναγνωρίζω, κάπου σε εχω ξαναδεί.
Το πρόσωπό σου. Γλυκό και οικείο. Όχι, δεν ήταν κάτι εξωπραγματικό που σε θάμπωνε από την ιδιαιτερότητά του. Ήταν ιδιαίτερο με μία περίεργη έννοια για μένα. Χωρίς να μπορώ να το προσδιορίσω, χωρίς να το ορίζω, χωρίς να μπορώ να του δώσω μορφή.
Και απλά κοιταχτήκαμε. Και έφυγες. Και έφυγα. Αφήνοντας στο μικρό εκείνο δωμάτιο υπολείμματα της αύρας μας που μπλέχτηκε άθελά μας…
Και κάπου πάλι, κάποτε, σε μίαν άλλη διάσταση, με άλλα προσωπεία, με μάσκες περίτεχνα ζωγραφισμένες που κρύβουν κάθε ίχνος από πόνο, φόβο, δάκρυ, συστηνόμαστε ξανά.
Κι όμως κάπου έχουμε ξανά συναντηθεί. Το βλέπω στον τρόπο που με αγγίζεις χωρίς να με ακουμπάς. Πλησιάζω το χέρι μου στο πρόσωπό σου. Τρέμει, και μαζί του τρέμεις και εσύ. Και όλα παγώνουν γύρω μας στην προσπάθειά μας να κοιταχτούμε κατάματα. Μου αρπάζεις το χέρι με τόση δύναμη, όπως η οργισμένη θάλασσα που χτυπάει με παρρησία τα βράχια στην προσπάθειά της να εκτονώσει το θυμό της. Και τώρα, τώρα γίνεσαι εσύ αυτός ο βρυχηθμός της θάλασσας που ταλαντεύει το κορμί μου. Αυτή η μελωδία της θάλασσας που χρόνια ενστερνίζομαι σε όλο μου το είναι.
Θέλω απλά να αγγίξω αυτό το βλέμμα που με έγδυσε χωρίς καν να με κοιτάξει. Να γίνω το χάδι σε αυτό το πληγωμένο πρόσωπο που ακόμα ματώνει…
Χωρίς να ξέρω πως, χωρίς να ξέρω γιατί, υπάρχει μία παράξενη σιγουριά στην τόσο αβέβαιη συνάντησή μας…
Και οι μάσκες πια πέφτουν. Εγώ γυμνή μπροστά σου. Γυμνή, πίσω από το κατακόκκινο φόρεμά μου, προσπαθώντας να κρύψω κάθε ματωμένο μου σημείο. Μάταια όμως. Έχεις ήδη διαπεράσει την κατακόκκινη ασπίδα μου, που πίστευα ότι με προστατεύει.
Είναι μεσημέρι Αυγούστου, ο ήλιος καίει. Το ίδιο και εμείς. Το πάθος έχει κυριεύσει ακόμα και το πιο απόκρυφο σημείο αυτού του ασφυκτικά μικρού δωματίου. Έχει τόση ζέστη, που έχει καλύψει κάθε ίχνος θορύβου. Η απόλυτη ησυχία. Το μόνο που ακούω είναι τα δικά μας αθόρυβα ουρλιαχτά, φυλακισμένα σε δυο κορμιά. Σαν δύο αγρίμια έτοιμα να αποδράσουν από αυτό το απροσδιόριστα έντονο επικοινωνιακό σύμπλεγμα. Εγκλωβισμένοι και οι δύο, δίχως να ξέρουν τι είναι αυτό και πως να το ακουμπήσουν.
Μεσημέρι Αυγούστου, δίπλα στη θάλασσα. Στο πιο ερημικό σημείο, όπου κανείς δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξή μας. Κανείς, πέρα από το ολοκληρωτικό εμείς. Δίπλα στο κύμα, αμήχανα σιγοψιθυρίζουμε λέξεις ασυνάρτητες, σκέψεις σκόρπιες, που ελπίζουμε να πάρει το κύμα μαζί του για να μην εκτεθούμε.
Και το κύμα πότε μας πλησιάζει και κρυφακούει τις αμίλητες πνοές μας, πότε αποτραβιέται δίνοντάς μας απλόχερα το χώρο να ακουμπήσουμε τα ουρλιαχτά που φωλιάζουν φοβισμένα μέσα μας.
Σιωπή.
Ανείπωτες λέξεις, μαχαιρωμένες καρδιές και βλέμματα γεμάτα πάθος. Και η θάλασσα να συνεχίζει να γίνεται το φόντο του ακατέργαστου και αμήχανου «εγώ-εσύ». Και με κοιτάζεις. Όλο και πιο πολύ. Κι εγώ γυμνή απέναντί σου στρέφω το βλέμμα μου αλλού, μάταια πιστεύοντας ότι δε θα μπορέσεις να δεις… Να δεις ότι…
Τίποτα. Όχι ακόμα. Ακόμα είναι μεσημέρι. Και έχει ζέστη. Πολλή ζέστη. Σηκώνομαι, πλέον ολόγυμνη μπροστά σου, μέσα και έξω, βυθίζομαι στο γαλάζιο πέπλο της αιώνιας και ατέρμονης αγάπης μου- της θάλασσας. Χάνομαι μέσα της για λίγα λεπτά, αφήνοντας ό,τι με βαραίνει, ξεπλένοντας κάθε τι περιττό αυτή τη στιγμή, αφήνοντας κάτι από τα αισθήματά μου. Και το αγγίζω, τυλίγομαι μέσα του και το νιώθω. Τώρα νιώθω πλήρης. Προχωράω προς τα έξω, αυτή τη φορά δε νιώθω ντροπή. Γιατί με τυλίγουν σταγόνες που έχουν μέσα τους κάτι δικό μου. Φοράω τη δική μου θάλασσα, τον δικό μου μικρόκοσμο. Έρχομαι μπροστά σου. Γυμνή. Να στάζω. Και η άμμος όπως μουσκεύεται, γεύεται τις επιθυμίες μου.
Μου απλώνεις το χέρι. Αυτή τη φορά απαλά, σαν να θες να ψιθυρίσεις κάτι, σαν να μιλάς αθόρυβα στο ρυθμό των γαλήνιων πλέον κυμάτων- του μοναδικού ήχου ετούτης της στιγμής. Σκύβω προς το μέρος σου και κοιταζόμαστε. Και μέσα από αυτό το βλέμμα λέω όσα ήθελα να πω καιρό τώρα.
Καταλαβαίνεις. Το ξέρω πως καταλαβαίνεις. Πάντα καταλάβαινες κι ας μην το παραδεχόσουν. Και όσο σε κοιτάζω, βλέπω πάνω σου κομμάτια δικά μου. Στο βλέμμα σου, στο άγγιγμά σου, στο κορμί σου, παντού, αναγνωρίζω κάτι δικό μου. Και είναι τόσο περίτεχνα στολισμένα πάνω σου, σαν να αναδεικνύεις με άλλο τρόπο κάποια δικά μου χαμένα κομμάτια.
Γυμνοί και οι δύο, τίποτα δεν μπορεί να εμποδίζει αυτή την έλξη. Θέλω να μπλεχτούμε, να χαθούμε και να αφεθούμε σε αυτό που δεν μπορούμε να ορίσουμε.
Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβουμε, βρισκόμαστε τόσο κοντά που μετά βίας διακρίνω τη σκιά μου από τη δική σου.
Τώρα πια… Τώρα πια είναι ήδη αργά. Δε χρειάζομαι πολλά, κι αυτά τα λίγα που ανταλλάξαμε ήταν ικανά να επαληθεύσουν την αρχική πρώτη περίεργη εικόνα που σχηματίστηκε στην πρώτη μας συνάντηση.
Τώρα… Τώρα φοβόμαστε και οι δύο. Φοβάμαι τόσο να το κάνω λέξεις, μα είναι και αδύνατον να το κρατήσω μέσα μου. Πιο γυμνή από ποτέ. Φοβάμαι τόσο να σου πω ότι…
Ότι… Φοβάμαι ότι… Σε ερωτεύομαι.
