Με την τύχη μου βάζω στοίχημα. Θα αγαπήσω; Θα αγαπηθώ;
Της Νίκης Ταγκάλου.
Kαι ξαφνικά γνώρισα μια θλίψη πρωτόγνωρη,
μια θλίψη που με κρατούσε στη ζωή, δίνοντάς μου τροφή και ελπίδα.
Ζω μέσα στην αγκαλιά που με εγκατέλειψε
και αναπνέω μέσα από εκείνο το στόμα, το ξένο.
Κοιτώ τα άδεια δωμάτια που τώρα πια γεμίζουν με τον πόνο μου.
Μέρα με τη μέρα σαπίζει μια σκιά εντός μου και έχω αρχίσει να μυρίζω σαν ψοφίμι.
Δεν την αφήνω να σβήσει κι ας με σκοτώνει.
Μέσα στα μάτια μου μια μαυρίλα, όποιον αντικρίζω τον αρρωσταίνω.
Με την τύχη μου βάζω στοίχημα.
Θα αγαπήσω;
Θα αγαπηθώ;
Παντού γύρω μου κλουβιά. Πετάνε πάνω από το κεφάλι μου και
έχουν μέσα τους κι από ένα κομμάτι σου.
Δεν φτάνω κανένα. Κανένα δεν μπορεί να γίνει δικό μου.
Φαρμάκι στάζει από πάνω μου. Φαρμάκι και μέσα στο στόμα μου.
Λέπια κρέμονται από το στέρνο μου. Η καρδιά μου πνίγεται.
Σηκώνω τα χέρια μου ψηλά να βγω στην επιφάνεια
και τα χέρια μου πετρώνουν και σπάνε.
Βουλιάζω…
Ξέρεις τι κράτησα μέσα στη μνήμη μου;
Tη θλίψη που μου χάρισες.
Ο διάβολος εδώ, είχε το πρόσωπο της αγάπης
και εγώ πέρασα για πάντα στην όχθη εκείνη με τους τρελούς που αγάπησαν.