Κοριτσάκι θέλεις να γίνουμε φίλες;
Η ιστορία ξεκινά με μια φράση μαγική, που κρύβει μέσα της ένα όνειρο: «κοριτσάκι θέλεις να γίνουμε φίλες;».
Δυο μικρά κορίτσια που μοιράζονται ένα παγωτό, πιάνονται χεράκι χεράκι και μια φιλία ξεκινά.
Απλά.
Γίνονται συνωμότριες στη ζωή, στο παιχνίδι και στις αταξίες. Απλά. Με μια φράση μαγική και παιδιάστικη, που πρόκειται να ειπωθεί ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια, με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους – με διαφορετικούς τρόπους.
Νοερά ίσως, αλλά πάντα δυνατά και ευκολόπιστα. Πάντα με το ίδιο όνειρο κρυμμένο μέσα της. «Κοριτσάκι θέλεις να γίνουμε φίλες»; Έτσι αβίαστα, κάθε φορά, μοιραζόμαστε παιχνίδια για μικρούς και μεγάλους, συναισθήματα εύκολα και δύσκολα, όνειρα λαμπερά και σκοτεινά. Απλά κι ελπιδοφόρα ξεκινάμε να χτίζουμε, να παλεύουμε και να γκρεμίζουμε σχέσεις σημαντικές, δυνατές, δύσκολες, αγαπησιάρες ή δυσλειτουργικές.
Σχέσεις φιλίας, συνεργασίας, ανάγκης, ανταγωνισμού, έρωτα, συνήθειας.
Πάντα κόσμος γύρω μας έρχεται, στέκεται, μένει ή φεύγει. Από επιλογή, από τύχη, από εκτίμηση, από θαυμασμό, από φόβο για τη μοναξιά. Κάποιοι χάνονται μες τη καθημερινότητα και άλλοι μένουν δίπλα μας για πάντα, σταθερά, σαν οικογένεια. Συχνά σκέφτομαι τους ανθρώπους που έχω στη ζωή μου. Αυτούς που μένουν, εκείνους που μπαινοβγαίνουν, όσους ήταν κι αποχώρησαν. Τους σκέφτομαι και τους αναλύω.
Συλλογίζομαι πώς βρέθηκαν δίπλα μου και γιατί. Αναπολώ εκείνους που έχασα από κοντά μου και νιώθω ευγνωμοσύνη για όσους πήραν τη θέση τους. Κι είναι ονειρικός ο τρόπος που νέοι άνθρωποι κουρνιάζουν δίπλα μας, λες και ήρθαν για να καλύψουν και να ισορροπήσουν το κενό αγαπημένων προσώπων που χάσαμε.
Σα να τους έστειλαν όσοι έφυγαν, για να μας προσέχουν. Εκείνοι οι φίλοι που απομακρύνθηκαν, οι έρωτες που δεν άντεξαν, οι αγαπημένοι που άλλαξαν τόπο κι αγκαλιά. Οι λατρεμένοι, που έφυγαν για πάντα από κοντά μας από επιλογή ή από ανάγκη, επειδή έτσι τα έφερε η ζωή ή ο θάνατος. Εκείνοι που, αν και έφυγαν, μας νοιάστηκαν πραγματικά κι ευχήθηκαν για εμάς αυτό που δεν μπορούν πια οι ίδιοι να μας δώσουν. Έτσι μαγικά γεμίζουν και αδειάζουν οι θέσεις δίπλα μας.
Με ένα «κοριτσάκι θέλεις να γίνουμε φίλες» κλείνουμε κάθε τόσο το μάτι στη ζωή και συνεχίζουμε να μοιραζόμαστε μυστικά, όνειρα και φόβους. Όχι με όλους. Με εκείνους τους διαλεχτούς που βρήκαμε ή που μας βρήκαν. Που μαγικά η αγάπη που κάποτε δώσαμε μας τους γυρίζει πίσω.
Που μας κάνουν πάλι να νιώθουμε παιδιά, αφημένα να πιστέψουμε και να εμπιστευτούμε – να αγαπήσουμε. Με μάτια παιδικά, καθαρά και λαμπερά, χωρίς δυσπιστία και δεύτερες σκέψεις. Έτοιμοι για παιχνίδι και αταξίες… Πάντα κόσμος πολύς γύρω μας – γύρω μου. Κι εγώ τους παρατηρώ και τους αναλύω.
Άλλοι έτοιμοι να φύγουν είναι και άλλοι διατεθειμένοι να μείνουν για πάντα. Από όλους κάτι ζητώ και κάτι δίνω. Όλοι κάτι παίρνουν και κάτι επιστρέφουν. Εκείνο το κοριτσάκι όμως, που κάποτε μοιράστηκε το δικό μου παγωτό, το ψάχνω κάθε φορά. Γιατί είχε ένα βλέμμα που θυμάμαι ακόμη. Λαμπερό και παιχνιδιάρικο ήταν. Ντροπαλό και πρόθυμο να μοιραστεί τον κόσμο της όλο ήταν. Το βλέμμα εκείνο το αναζητώ πάντα.
Σε κάθε καλημέρα που ακούω γυρίζω μήπως και το βρω.
Πίσω από τις βαμμένες βλεφαρίδες και τα γυαλιά ηλίου αυτό προσπαθώ να διακρίνω περισσότερο από όλα.
Και σαν το πετύχω και το δω, με δυσκολία κρατιέμαι να μην πω δυνατά αυτό που ψιθυρίζω από μέσα μου: «κοριτσάκι θέλεις να γίνουμε φίλες;»
