TRENDING NEWS

Μέσα από σένα ξαναβρήκα εμένα.

Ακόμη και στα χειρότερά μου, φώτιζες πάντα ό,τι ομορφότερο είχα ξεχάσει πως υπάρχει μέσα μου.






Πάντα σου έλεγα σε πόσο άσχημη περίοδο με γνώρισες, πόσα πολλά περνάω, σε τι μεταβατικά μονοπάτια ακροβατώ, τι παρελθόν συμμαζεύω, τι παρόν βιώνω, τι μέλλον κεντάω.


Τις στιγμές που είχα ξεχάσει ποια είμαι, γιατί είμαι, τι κάνω και γιατί το κάνω, εσύ φρόντιζες να μου θυμίζεις κάθε λόγο που με ερωτεύτηκες.

Τις στιγμές που απλά σου φώναζα, που θύμωνα με όλους, που τα νεύρα μου είχαν εξαντληθεί και μου έφταιγαν τα πάντα, εσύ όχι απλά δε με έδιωξες, όχι απλά δεν έφυγες, αλλά έκατσες δίπλα μου, κι ας μου έσπαγες κι εσύ τα νεύρα.

Μου μίλαγες για πτυχές του χαρακτήρα μου που είχα ξεχάσει πως έχω. Πολλές φορές σε άκουγα να μιλάς για μένα, σαν να μου εξιστορούσες την αλήθεια μιας κοπέλας με όνειρα, με στόχους, με αγάπη και ευαισθησία, με πάθος για τη ζωή και αξίες, μία κοπέλα που θα θαύμαζα και θα ήθελα να είμαι. Και εκεί, μου τόνιζες πως εγώ είμαι αυτό το κορίτσι.

Ξεγύμνωνες μέρα με τη μέρα παγωμένα κομμάτια της ψυχής μου, αλλά και πυρωμένους απόηχους από οργισμένες φλόγες έτοιμες να κατασπαράξουν ό,τι βρουν στο πέρασμά τους. Κι όμως δεν πάγωσες. Κι όμως δεν κάηκες.

Έπαιρνες τις φωτιές μου και με τη ζέστη τους έκανες γλυπτά από τα κρυσταλλένια διαμάντια μου, όπως αποκαλούσες τα ξεχασμένα μου κομμάτια. Έτσι εξισορροπούσες τους δαίμονες και τους αγγέλους μέσα μου.

Μου θύμιζες τους ήλιους που έδιναν νόημα στα όνειρά μου και το πάθος που στόλιζε κάθε μου θέλω. Όταν τα χρώματα μέσα μου χοροπηδούσαν, έχαναν την ταυτότητά τους, αργοπέθαιναν μέχρι που έσβηναν αφήνοντας πίσω το απόλυτο κενό, την απουσία χρωμάτων, το μαύρο, εσύ έπαιρνες ένα πινέλο και τα ζωντάνευες. Κάποιες φορές ήταν τόσο έντονα που άγγιζαν το άλλο άκρο, όλα μαζί χορεύοντας, έφτιαχναν το λευκό, το εκτυφλωτικό αυτό κέντημα που ζει στην παρουσία όλων των χρωμάτων μαζί.

Ξύπνησες εκείνα τα κρυμμένα, φοβισμένα συναισθήματα μέσα μου που ήταν σε νάρκη, σε μία νάρκη καλοκαιρινή όπως την έλεγα, τόσο ακατόρθωτη και αδύνατη να γίνει ξύπνημα.

Εσύ ήσουν αυτός που κατάλαβε την αξία στο χαμόγελό μου και ξεκίνησε έναν μαραθώνιο συντήρησής του στο πρόσωπό μου. Τις στιγμές που οι άλλοι απαιτούσαν το χαμόγελό μου, επειδή έτσι πρέπει, τις στιγμές που ζητούσαν να γελάω επειδή με ομορφαίνει, εσύ ανέδειξες την αληθινή του υπόσταση, τη θέση που του αρμόζει, εσύ προσπαθούσες να μετακινήσεις τις άκαμπτες γραμμές στο πρόσωπό μου να γίνουν καμπύλη, χωρίς να απαιτείς, αλλά συνεισφέροντας στο χτίσιμό του.

Μαζί σου αντίκρυσα και μονοπάτια δύσβατα, που δεν είχα φανταστεί ποτέ. Και ενώ αγαπάω τόσο την περιπέτεια, το δύσκολο, το μυστήριο, την πρόκληση, μαζί σου είδα σκοτάδια μέσα στα οποία όχι απλά δεν έβλεπα φως, αλλά σκοτείνιαζαν και άλλες χρωματιστές μου εκφάνσεις. Μονοπάτια που έρχονταν σε απόλυτη σύγκρουση με ριζικές μου βάσεις, με απαραίτητα συστατικά της ύπαρξής μου.

Μαζί μάθαμε, πως δυο σκοτάδια φέρνουν το φως, και πως όταν τα χέρια μας είναι πιασμένα μαζί, η πυξίδα είναι πάντα ορισμένη. Κι όταν χανόμασταν, φωνάζαμε ψιθυριστά ο ένας τον άλλον για να δούμε που βρισκόμαστε. Μαζί μάθαμε πως η αλήθεια μπορεί να βρεθεί σε εκείνο το νέο μονοπάτι, το δικό μας. Όχι το δικό σου, όχι το δικό μου, αλλά αυτό που δημιουργούμε μαζί κάθε στιγμή, με κόπο, θέληση, επιμονή, αγάπη.

Εσύ ήσουν αυτός που μου φώτισε μαραμένα λουλούδια που σάπιζαν μέσα μου. Που τα έπαιρνε προσεκτικά και στη θέση τους έβαζε λευκά ρόδα.

Από σένα είδα και πτυχές μου που είχα αρνηθεί, απωθήσει, συγκρουστεί. Εκείνα τα άσχημα που θες να βελτιώσεις και να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Πράγματα που φοβάσαι να δεις, ασχήμιες. Ο προβολέας σου δεν έδειξε μόνο τα ανέμελα καλοκαίρια μου, αλλά και τους σκοτεινούς χειμώνες μου. Και ο ίδιος εσύ, μου έδειξες πως οι χειμώνες μου είναι απαραίτητοι για να έρθουν τα καλοκαίρια μου.

Με πήρες από το χέρι και μαζί γλυστρήσαμε στα παγωμένα ποτάμια μου, τα χιόνια μου τα κάναμε παιχνίδι και για να αντέξουμε στο κρύο, στην αρχή τρέχαμε να ζεσταθούμε, μετά ψάχναμε να κρυφτούμε, και στο τέλος καταλήξαμε να γελάμε και να παίζουμε με χιονισμένες μπάλες.

Μέσα από σένα, βρήκα τον εαυτό μου. Όχι μόνο τα όμορφα, αλλά και τα άσχημα. Και αυτό τελικά, μόνο καλό μου έκανε.

Εσύ μου έδωσες για πρώτη φορά έναν καθρέφτη που δεν έκρυβε τις ατέλειες μου, δεν έκρυβε όμως και την ομορφιά μου.

Ακόμα και τις στιγμές που νόμιζα ότι μου κάνεις κακό, μου έκανες καλό. Έμαθα για μένα, ανακάλυψα σημεία που δεν είχα ιδέα ότι βρίσκονται μέσα μου, θυμήθηκα χαρακτηριστικά μου, ανέδειξα άλλα, εξέλιξα, βελτίωσα.

Πάντα σου έλεγα πόσο αγαπώ τα τριαντάφυλλα. Και πάντα αγαπούσα την εκτίμηση ενός ρόδου μέσα από τα αγκάθια του. Τώρα ξέρω καλά γιατί. Χωρίς τα αγκάθια μου, δε θα ήμουν τριαντάφυλλο, και χωρίς τα ανθιστά ροδοπέταλά μου, δε θα επεβίωνα. Τώρα ξέρω, πως εσύ με είδες σαν το τριαντάφυλλο που είμαι. 

Λευκό τριαντάφυλλο με είπες, κι εγώ επέμενα πως ήμουν χιονισμένο. Χωρίς να φοβηθείς τα αγκάθια μου, εξυμνούσες τα άνθη μου. Μπερδεύοντας πότε το χιόνι με λευκά πέταλα και πότε το λευκό μου με νιφάδες χιονιού, εσύ με έκανες να διαχωρίσω το λαμπερό λευκό μου από το παγωμένο χιόνι μου, κι εσύ μου έδωσες σαν αντανάκλαση την ίδια τη σύνθεσή τους σαν τη μοναδικότητά μου.

Μέσα από τα μάτια σου, ξαναβρήκα το βλέμμα μου.

Μπορείτε να διαβάσετε την άλλη όψη του νομίσματος στο κείμενο της Χριστίνας Ζαμπούνη.



Related Posts

ΤΟΥΡΛΟΥΜΠΟΥΚΙ
Έχουμε στόχο την εύστοχη και αντικειμενική δημοσιογραφία.Η ομάδα μας,σας ευχαριστεί για την προτίμηση σας.
Από το Blogger.