Δεν έχει τέλος το Όνειρο…
Λεπτές αέρινες κλωστές, άρχισαν να ξεκλειδώνουν λέξεις. Σαν μανδύας χύθηκε πάνω στο σώμα το ύφασμα, και του έδωσε ζωή. Το χρώμα του κόκκινο.
Μικρά ποδαράκια έτρεξαν να φτάσουν στο Όνειρο κυνηγώντας, την αρχή του παραμυθιού.
Μια φορά και ένα καιρό, ένα μαγικό ύφασμα, έδωσε ζωή στην άψυχη πάνινη κούκλα.
Έκανε τα μάτια της να ανοιγοκλείνουν, την φωνή της να ακούγεται, την καρδούλα της να χτυπά.
Ένιωσε τον αέρα γύρω απ’ τα μαλλιά της, που ήταν χρωματιστές κορδέλες απο κουρέλια.
Τόσο πολύ της άρεσε η ζωή, που τύλιγε σφιχτά το ύφασμα γύρω της, μην τύχει και της φύγει.
Ήθελε να ξεκινήσει ταξίδι στο όνειρο, και περπατούσε ακούγοντας εκστασιασμένη τον ήχο των βημάτων της.
Η δυνατή φωνή της χαιρετούσε τα χρώματα, που πετούσαν γύρω της σε σχήμα πεταλούδας.
-Που είναι το τέλος του Ονείρου, ρωτούσε συνέχεια φοβισμένη μην το προσπεράσει η ακόμα χειρότερα, μην το χάσει.
Κανείς δεν απαντούσε.
-Μήπως ξέρετε το τέλος του Ονείρου, ρώτησε τις σκιές των λουλουδιών όταν κάθισε να ξεκουραστεί.
-Εσύ το ξέρεις, την ρώτησαν και εκείνες.
Η πάνινη κούκλα κούνησε το κεφάλι της λυπημένα.
Όταν σηκώθηκε να φύγει, ο δυνατός αέρας άρπαξε το μαγικό ύφασμα, και αν δεν τον έσφιγγε δυνατά, θα τον έπαιρνε μακριά.
Φοβήθηκε πάρα πολύ. Αν το έχανε θα γινόταν πάλι μια άψυχη κούκλα.
Χαμήλωσε το κεφάλι και τα κουρελάκια έπεσαν στα μάτια της.
Τότε οι σκιές των λουλουδιών και τα χρώματα σε σχήμα πεταλούδας, άρχισαν να ψιθυρίζουν στο αυτί της.
-Εσύ το ξέρεις εσύ το ξέρεις, έλεγαν συνεχώς.
Η πάνινη κούκλα χαμογέλασε απαλά.
-Ναι τον άκουσα, παραδέχτηκε.
-Που είναι το τέλος του Ονείρου, την ρώτησαν με αγωνία.
-Δεν έχει τέλος το Όνειρο. Είναι σαν τα παραμύθια…κανένα απ’ τα δυο δεν έχει τέλος, Περπατάνε μαζί μας.
