Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη…
Της Γεωργίας Ανδριώτου.
Γνωριζόμαστε από παλιά εμείς οι δυο. Από τότε που ήμουν παιδί και περίμενα με λαχτάρα και ενθουσιασμό να αφήσεις το δώρο σου κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο μικρό σαλονάκι του σπιτιού μας. Με θυμάσαι; Ήμουν ένα μικρoκαμωμένο κοριτσάκι με μαύρα σγουρά μαλλιά, σε ένα μικρό χωριουδάκι της πατρίδας μου. Δε σου ζητούσα ποτέ ακριβά πράγματα, γιατί εκείνη την εποχή εμείς τα παιδιά δεν είχαμε πολλά ψεύτικα παιχνίδια, παίζαμε στους δρόμους και στις γειτονιές μας.
Μεγάλωσα, παππούλη. Στα χρόνια, όμως, που ήρθαν δε σε ξέχασα ποτέ και πάντα συμπλήρωνα μια αράδα κι από μένα στα γράμματα που σου έστελναν τα δικά μου παιδιά.
Και σήμερα είμαι ακόμα πιο μεγάλη… Τα παιδιά μου μεγάλωσαν και δεν πιστεύουν πια σε σένα. Σταμάτησαν να σου γράφουν. Κι όμως μου λείπει τόσο πολύ το λαμπερό σου παραμύθι…
Ναι, δεν είμαι παιδί, αν κοιτάξεις τις ρυτίδες που μου χάρισαν τα χρόνια. Το κορμί μου, το μυαλό και η καρδιά μου έχουν σμιλευτεί μέσα στα μονοπάτια της ζωής. Γνώρισαν τρυφερές στιγμές, δυνατές συγκινήσεις και μεγάλο πόνο. Ήρθαν γιορτές που δεν σε περίμενα καν. Ίσως γιατί σε κάποια φάση της ζωής μου είχα πάψει κι εγώ να πιστεύω στα παραμύθια. Μου λείπουν, όμως, παππούλη. Η ζωή είναι πολύ απρόσωπη και γκρίζα αν δεν πιστεύεις στα παραμύθια. Αν δεν πιστεύεις σ’ αυτήν τη χρυσόσκονη που έρχεται και πασπαλίζει τις στιγμές σου και κάνει όμορφο ό,τι αγγίζεις κι ό,τι αντικρίζεις με το βλέμμα σου.
Και το παιδί μέσα μου είναι σαν όλα τα παιδιά. Του φτάνουν τα λίγα κι αυτά δεν είναι υλικά αγαθά. Το μόνο που ζητά είναι ένα κομμάτι από το χαμένο όνειρο και ένα βάλσαμο για την πληγωμένη ελπίδα. Παίρνω, λοιπόν, λίγη από την αθωότητά του, λίγο από το γέλιο του και μια αχτίδα από το φωτεινό του βλέμμα…και σου στέλνω τη δική μου ευχή… τη δική μου επιθυμία… με έναν στίχο κάποιου ποιητή.
«…Και στης ζωής τους άγριους τους χειμώνες, αλκυονίδες μέρες καρτερώ».
Δε σου ζητάω πολλά παππούλη, ε; Σε παρακαλώ, μη με ξεχάσεις!
Με αγάπη,
Ένας Άνθρωπος…
