Πώς να συμβιβαστώ με κάποιον που δεν είναι Εσύ;
Έλα εδώ, έλα να μιλήσουμε για εμάς, να σε βλέπω και να με βλέπεις, να σε νιώθω και να με νιώθεις.
Να μιλήσουμε ανοιχτά για μία φορά, να αδειάσουμε από μέσα μας, να ελευθερωθούμε και οι δύο, να τα βάλουμε όλα στο τραπέζι και να μιλάμε ώσπου να δούμε το ξημέρωμα.
Μου έλειψε. Μου έλειψες.
Έλα να πούμε όσα μας πείραξαν, να δούμε πού φταίξαμε, να πούμε τα παράπονα μας και να καθαρίσουμε απ´όσα μας κρατάνε σιωπηλούς.
Βαλτώσαμε, γιατί; Πώς το επιτρέψαμε; Γιατί φτάσαμε ως εδώ;
Πονάς; Πονάω τόσο σα να λείπει κομμάτι από το σώμα μου, κομμάτι που σε ψάχνει και που δεν ταιριάζει να κουμπώσει πουθενά.
Έλα να περπατήσουμε χέρι-χέρι όπως τότε και να με κρατάς σαν να σου φύγω αύριο, να μην μπορώ να αφήσω το χέρι σου, να μην μπορώ να κάνω βήμα χωρίς Εσένα, να θέλω μόνο την δική σου αγκαλιά κι όχι τις άλλες πού με κατσιάζουν, αυτές με πνίγουν και το βάζω στα πόδια.
Πάντα το βάζω στα πόδια και όλες τις φορές θέλω να γυρίσω πίσω σε Εσένα, να δω το πρόσωπό σου, να σε αγγίξω.
Ήξερες πως θέλω να νιώθω ελεύθερη, να έχω χώρο να αναπνέω, μα μόνο μαζί σου ανέπνεα, από το φιλί σου, απ´την μυρωδιά σου, απ´το χαμόγελό σου, από οτιδήποτε είχε να κάνει με Εσένα.
Ανέπνεα χωρίς να το ξέρεις, στα κρυφά, ήσουν κάτι σαν φρέσκος αέρας για μένα, σαν αυτόν που έμπαινε το πρωί από τα παράθυρά μας. Θέλω να σε δω και να χαμογελάσω όπως την πρώτη φορά που μας γνώρισαν, όπως το πρώτο μήνυμα που είδα στο κινητό μου με το όνομά σου, να σε ερωτεύομαι κάθε μέρα πιο πολύ.
Θυμάσαι; Δεν υπήρξε μέρα πού ήμουν λιγότερο ερωτεύμενη από την προηγούμενη, αντιθέτως κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, δεν θυμάμαι αν στο είπα ποτέ αλλά πέρασαν πολλά βράδια πού ξυπνούσα για να σε πάρω αγκαλιά και να σου δώσω ένα φιλί απαλά για να μην σε ξυπνήσω.
Μεταξύ μας στον ύπνο σου, είπα τόσα πολλά “Σ´αγαπώ” που δεν τα άκουσες στον ξύπνιο σου.
Έλα να σε πάρω μια αγκαλιά, όπως τότε που έτρεχα απ´την κρεβατοκάμαρα στο σαλόνι και χοροπηδούσα πάνω σου, χαμογελούσες και με ρωτούσες πόσο σου έλειψα, ήξερες όμως.
Δεν πίστευα πως φτάναμε στο τέλος όταν κάθε μέρα για εμάς ήταν σαν αρχή.
Προσπαθώ να συντονίσω το χάος στο μυαλό μου, μα πάντα βρίσκεις τρόπο να τριγυρνάς εκεί μέσα, γιατί το κάνεις αυτό;
Αφού εμείς τελειώσαμε.
Στεκόσουν στην πόρτα και με κοιτούσες να μπαίνω στο ασανσέρ, ήμουν ανήμπορη να αντιδράσω, τόσο πολύ συναίσθημα σε λίγη ώρα μόνο, κοιτάζοντάς σε.
Έκλεισαν οι πόρτες ταυτόχρονα, κατεβάσαμε ρολά, κενό, σιωπή, απογοήτευση, θυμός, μίσος, Αγάπη.
Ένιωσα γυμνή σε όλα αυτά τα βράδια που ήρθαν χωρίς εσένα και με βρήκαν μόνη μου το πρωί, προσπαθώ να πάω μπροστά και με τραβάς πίσω, άθελά σου, πώς το καταφέρνεις; Πώς καταφέρνεις και σκορπίζεσαι σε ξένες αγκαλιές; Πώς αντέχεις να κρατάς ξένα σώματα; Πώς κοιτάς σε βλέματα παγερά; Και πώς μοιράζεις φιλιά αδιάφορα;
Πώς μπορείς να είσαι με κάποια που δεν είναι Εγώ και πώς να συμβιβαστώ με κάποιον πού δεν είναι Εσύ;
Για Πάντα είχες πει, θυμάσαι; Γιατί εγώ δεν ξέχασα Ποτέ.
Ακόμα και να μην το άκουγα από το στόμα σου, το βλέμμα σου το έλεγε, οι πράξεις σου το έδειχναν, το Πάντα σου ήταν όντως εκεί.
Εμείς χαθήκαμε απλά.
Θα με θυμάσαι όμως διάολε, όπως κι εγώ, κάθε φορά πού δεν θα βρίσκουμε να κουμπώσουμε δεξιά κι αριστερά, θα ήμαστε σαν ένα πάζλ που αφήσαμε στην μέση ψάχνοντας να βγει σωστό.
Θα με θυμάσαι στα γέλια μας και στα κλάματα μας, στους τσακωμούς και στις αγάπες μας, σε όλα αυτά τα ζόρια πού περάσαμε μαζί.
Θα με θυμάσαι για όλα αυτά τα σημάδια που έχω πάνω μου και για όλα αυτά πού άφησες εσύ.
Θα σε θυμάμαι κάθε φορά πού κάτι θα γίνεται στην ζωή μου και θα είσαι αλλού.
Για αυτό σου λέω, έλα να πιούμε ένα βράδυ τόσο πού να μπορέσουμε επιτέλους να συνεννοηθούμε.
Μόνο να κοιταζόμαστε στα μάτια κι ας σταματήσει ο χρόνος κι ας πάμε πίσω, στο πρώτο ραντεβού, στο πρώτο φιλί, στο πρώτο βράδυ πού κοιμηθήκαμε μαζί και στο πρώτο πρωινό που ξυπνήσαμε αγκαλιά.
Νιώθεις;
