Η Ελλάδα πεινάει αλλά δεν ξεχνά την ανθρωπιά της. Ξέρει από προσφυγιά.
Της Στεύης Τσούτση.
Την ονόμασαν σταυροδρόμι των λαών. Την προσφώνησαν χώρα του Ξένιου Δία.
Στους χάρτες την γράφουν Ελλάδα.
Εμείς τη λέμε απλά, πατρίδα.
Μια πατρίδα που καταρρέει.
Και μαζί με αυτήν κι όλος ο κόσμος. Κι είναι το προσφυγικό ζήτημα που έρχεται να μας κάνει να νιώσουμε τη γη να ανοίγει κάτω από τα πόδια μας.
Ουκ έστιν πλέον αριθμός για τους πρόσφυγες που καταφεύγουν στην Ελλάδα. Άνθρωποι ρημαγμένοι από τον πόλεμο αναζητούν τη σωτηρία.
Ένα μεγάλο νεκροταφείο το Αιγαίο. Πνίγηκε στο αίμα αθώων ψυχών. Βούλιαζουν τα νησιά, γεμίζουν οι πλατείες, πολιορκούνται τα σύνορα.
Τι γίνεται; Τι κάνουμε;
Τούτοι οι μεγάλοι αυτού του κόσμου, αυτοί που δείχνουν να παίζουν ζάρια με τις μοίρες των λαών, δεν έχουν απάντηση. Δεν έχουν ούτε λύση. Κι απομένει ο απλός λαός. Αυτός που πάντα καλείται να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά… με ολόγυμνα χέρια. Καλείται να δείξει καλοσύνη και μεγαλοψυχία, απέναντι στην αδιαφορία και τα συμφέροντα των δυνατών.
Πως να μη δακρύσεις με τη σκληρή μοίρα τόσων χιλιάδων αθώων ψυχών; Πως να μη σε γονατίσει ο πόνος τους; Μικρομάνες κρεμούν στο στήθος τα τρυφερούδια τους, γιοί κουβαλούν στους ώμους τους ηλικιωμένους γονείς, ορφανεμένα παιδιά “υιοθετούνται” από πρόσφυγες για να μην είναι μόνα.
Κι όλοι περπατούν.
Προς την ειρήνη. Προς μια καλύτερη ζωή. Δίχως βομβαρδισμούς, δίχως πολέμους.
Προχωρούν και μπροστά τους βρίσκουν κρύες θάλασσες. Φουρτούνες και θάνατο.
Κι αν ξεπεράσουν κι αυτό το εμπόδιο, έρχεται άλλο. Τα συρματοπλέγματα των λαών τους εμποδίζουν.
Κι απομένουν στην εξαθλίωση, την πείνα, την απελπισία τους.
Κι εμείς, οι Έλληνες, με τα μεγάλα χρέη και τις ακόμη μεγαλύτερες καρδιές, αδειάζουμε ότι έχουμε στα σπίτια μας για να τους στηρίξουμε.
Γιατί έτσι πρέπει, Μεγάλοι αυτού του κόσμου. Ακούτε;
Έτσι πρέπει… Γιατί γεννηθήκαμε άνθρωποι κι ο πόνος πρέπει να βρίσκει γιατρειά και συμπαράσταση.
Γέμισαν οι πλατείες μας. Hot Spots τα ονομάσατε.
Δεν υπάρχει έλεγχος, δεν υπάρχουν υποδομές, δεν υπάρχει κράτος, μήτε Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πως θα φιλοξενηθούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Πως θα ταυτοποιηθούν; Πως θα τους παρασχεθεί ιατρική βοήθεια;
Χάος…
Σκηνές ενός κόσμου που δε θέλουμε να υπάρχει κι όμως μας ανήκει. Εμείς τον φτιάξαμε. Όχι απαραίτητα με τις πράξεις μας, όσο με την ανοχή μας στους δυνατούς. Σε εκείνους τους θιασάρχες της ανθρώπινης δυστυχίας. Τα πάντα στο βωμό του συμφέροντος.
Που είστε εσείς οι Μεγάλοι; Γιατί κρύβεστε;
Καταρρέει ο κόσμος. Κάντε κάτι.
Πόσα αυγά να βράσουμε Έλληνες για να βοηθήσουμε; Πόσα ρούχα να μαζέψουμε, πόση εθελοντική εργασία θα προσφέρουμε; Ποτέ δεν είναι αρκετά. Το κύμα δεν έχει κοπάσει.
Κι εμείς, στη δεινή θέση που είμαστε ήδη, δεν έχουμε υποδομές για να βοηθήσουμε ουσιαστικά.
Που είστε Μεγάλοι αυτού του κόσμου;
Δεν ακούτε το κλάμα των λαών; Δε νιώθετε τον πόνο τους; Τι κόσμος θα μείνει για να διαφεντεύετε αν δε βοηθήσετε τώρα, που καταρρέουμε;
Η δική μας ανθρωπιά, δοκιμάζεται καθημερινά. Άνθρωποι είμαστε ρε, μάθετέ το! Θα μείνουμε νηστικοί, αλλά θα βοηθήσουμε εκείνον που πεινάει.
Μα δεν αρκεί!
Εκεί έξω υπάρχουν παιδιά που υποφέρουν. Και παιδιά που βλέπουν την κατάντια μας.
Τι κόσμο θα τους δώσουμε; Τι κόσμο τους κληροδοτούμε;
Ντροπή.
Μόνο ντροπή για έναν κόσμο που φτιάχτηκε μεγαλειώδης και τον καταντήσατε ποντικότρυπα.
Πράξτε επιτέλους! Εμφανιστείτε!
Τη λένε Ελλάδα και παρά τα προβλήματα της, φιλοξενεί τους ξεριζωμένους. Γιατί ξέρει από ξεριζωμό. Ξέρει από τη φρίκη του πολέμου.
Τη λένε Ελλάδα και πεινάει, αλλά ταΐζει. Τη λένε Ελλάδα και πληρώνει: λάθη, χρέη, συμφέροντα.
Εμείς τη λέμε πατρίδα και μες την κατάντια της, κλαίμε από χαρά που υπάρχει ακόμη, σε αντίθεση με τη Συρία που αφανίστηκε.
Εσείς πείτε την απλά “πρόβλημα”, δε θα παρεξηγηθεί κανείς.
Απλά λύστε το πριν μας πάρει όλους ο αγύριστος…