Να σας πω την αλήθεια μου, δεν είμαι καθόλου σίγουρη για το ποιο είναι ακριβώς το θέμα του σημερινού άρθρου και ελπίζω να μην με σιχτιρίζετε μετά, αλλά αυτά παθαίνεις μετά από πέντε απανωτά επεισόδια «Υπέροχα πλάσματα». Είναι που λέτε, που και που κάτι μέρες, πολύ περίεργες.
Νιώθεις ότι κάτι λείπει, θες κάτι να έρθει να σε ξεκουνήσει απ’ αυτή τη μουντίλα που έχεις κολλήσει και όχι απλά εύχεσαι να έρθει, σκέφτεσαι ότι πρέπει, οφείλει να έρθει, τώρα είναι η σειρά του. Άσχετα βέβαια που δεν ξέρεις τι.
Κάθομαι και σκέφτομαι τι είναι αυτό που μου λείπει. Μου λείπει να είμαι μικρή και να χορεύω χωρίς λόγο σε όλο το σπίτι σαν το παρτσακλό, μου λείπει μερικές φορές να είμαι «το κορίτσι του», το καλοκαίρι, μου λείπει ο παππούς μου (όχι μόνο το καλοκαίρι όλο το χρόνο), ένα ταξίδι, να γνωρίσω καινούριους ανθρώπους, οι διακοπές με την οικογένειά μου με το τροχόσπιτο, μου λείπει ο έρωτας, όχι μόνο να ερωτευτώ κάποιον άνθρωπο, αλλά και μία ιδέα, μία πόλη, να παθιαστώ με μία σκέψη, μια συζήτηση, μου λείπει το πεϊνιρλί που έτρωγα στο δρόμο με την τότε κολλητή μου κάθε μεσημέρι που γυρνούσαμε από το σχολείο. Μπορεί να είναι ό,τι πιο σημαντικό ή ό,τι πιο χαζό, αλλά εσένα να σου λείπει. Αυτά τα γλυκά 23, έχουν το κακό ότι εθίζεσαι εύκολα και γρήγορα στην καλοπέραση και στα έντονα συναισθήματα, που όταν γίνει κάτι (όχι απαραίτητα κακό) και ηρεμήσουν τα πνεύματα για λίγο, νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι μπλόκαρε το σύστημα. Και για μένα, αυτός ο εθισμός είναι τόσο δυνατός, όσο ένας κουβάς οικογενειακό παγωτό στις 2 το βράδυ. Έχουμε βομβαρδιστεί με τόσα «κάν΄ τα τώρα που είσαι μικρός, τώρα που προλαβαίνεις», που νομίζουμε ότι μετά θα ξυπνήσουμε μία μέρα ξαφνικά και θα δουλεύουμε δεκαπέντε ώρες τη μέρα και δεν θα προλαβαίνουμε να κάνουμε τίποτα για τον εαυτό μας και μας πιάνει μία τρέλα, μια ανυπομονησία, μια κωλοπηλάλα για την ακρίβεια, να κάνουμε όσα περισσότερα μπορούμε τώρα, τώρα που προλαβαίνουμε. Όχι βέβαια ότι είναι κακό αυτό, όλα χρειάζονται και κάθε ηλικία έχει τα δικά της. Όπως είπαμε όμως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των ανίκητων 23, είναι αυτό που σου λείπει τις μέρες εκείνες, αλλά κανείς ποτέ δεν ξέρει τι είναι.
Να σας πω όμως ένα μυστικό. Αυτό που μας λείπει, δεν είναι ακριβώς αυτό που θα έρθει. Στην πραγματικότητα, είναι η εκδοχή του εαυτού μας, ο άνθρωπος που γινόμαστε όταν κάτι καινούριο και φρέσκο εισβάλλει στη ζωή μας. Δεν είναι π.χ. ότι μου λείπει το πεϊνιρλι σαν φαγητό, αλλά το πόσο ξέγνοιαστη ήμουν εκείνα τα μεσημέρια, που γυρνάγαμε με τα πόδια, τρώγοντας, και κοτσομπολεύοντας τη μέρα που πέρασε. Όπως είχε πει και η απόλυτη Diana Vreeland “A new dress does not get you anywhere. It is the life you are living in the dress”. Δηλαδή άμα πάρεις ένα καινούριο φόρεμα αλλά κάθεσαι όλη μέρα σπίτι, προφανώς και δεν θα γίνει τίποτα συναρπαστικό.
Άντε στην καλύτερη των περιπτώσεων, να το φοράς μες το σπίτι και να ανοίγεις μ’ αυτό στους ντελιβεράδες και να κάτσει κανά καλό παιδί. Το θέμα είναι να το φορέσεις και να βγεις έξω, να ζήσεις μ’ αυτό. Να το κοιτάξεις μετά από χρόνια στη ντουλάπα σου και να αναπολήσεις τις ωραίες στιγμές που έζησες φορώντας το. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την ενέργεια, τη δύναμη, την όρεξη, τα καινούρια συναισθήματα, αυτό το γλυκανάλατο «δροσερό αεράκι ανανέωσης», που φέρνει αυτό το «καινούριο» που ευχόμαστε, αυτό το συναίσθημα είναι που μας λείπει, σ’ αυτό εθιζόμαστε στην ουσία.
Αν όντως κάτι λείπει ή απλά είναι η ματαιοδοξία μας, αυτό δεν μπορώ να σας το απαντήσω με σιγουριά. Εγώ πάντως και άλλοι πολλοί, το νιώθουν, και ότι το αίμα μου έχει γίνει σιρόπι από γαλακτομπούρεκο αυτές τις μέρες, τα λέει όλα. Το θέμα είναι όμως, ότι ποτέ δεν ξέρεις αν αυτό που περιμένεις να έρθει για να σου αλλάξει τη ζωή, θα στην κάνει καλύτερη. Παρόλα αυτά, το περιμένεις. Δεν ξέρεις τι, απλά ελπίζεις.
Αν δεν καταλάβατε τίποτα, ή που ήθελα να καταλήξω με όλα αυτά, δεν πειράζει, ούτε κι εγώ είμαι πολύ σίγουρη. Το μόνο που έχω να πω (μετά από 881 λέξεις μονόλογου) είναι ότι ο μόνος τρόπος να δείτε αν όντως λείπει κάτι, είναι να βγείτε εκεί έξω και να ζήσετε, να δοκιμάσετε, να φάτε τα μούτρα σας και να ονειρευτείτε ξανά από την αρχή. Εκεί είναι η πραγματική γλύκα.