Κοιτούσα τον έρωτα μέσα από μάτια ξένα…
-Περπατούσα ώρες, δεν με ένοιαζε μέχρι που θα φτάσω, μέχρι που θα αγγίξω.
-Κοιτούσε για ώρες τον ουρανό που δεν έλεγε να την αγκαλιάσει…
-Κοιτούσα τον έρωτα μέσα από μάτια ξένα, μέσα από τα δικά μου τον σκότωνα.
-Κυλιόταν στο χώμα σαν μικρό παιδί, γελούσε με τα γέλια των άλλων, της μιλούσες και δεν σε άκουγε…
-Μου μιλούσαν και δάκρυζα, τα λόγια με πονούσαν, τα χάδια με απομάκρυναν.
-Δεν μπορούσες να την αγγίξεις, φοβόταν…
–Έτρεχα γρήγορα, έτρεχα να κρυφτώ.
-Δεν σε άφηνε να την βρεις, δεν σε άφηνε να την κρατήσεις…
-Πονάω, πονάω!
-Λυπόμουν, δεν ήθελα να την βλέπω έτσι, ξένο σώμα σε ξένη ψυχή…
-Δεν ήξερα που να στρέψω το βλέμμα μου, χανόμουν.
-Μια νύχτα ατελείωτη στα μάτια της, ήλιος πουθενά…
-Βασανισμένη η φωνή μου, λευτεριά δεν έβρισκε.
-Δεν την άκουγε κανείς…
-Άφωνη, άψυχη, κομμάτια ματωμένα, αυτή ήμουν.
-Περνούσε από μπροστά μας, παγώναμε, χαμηλώναμε τα μάτια…
-Αόρατη μπροστά στους ανθρώπους, έτσι με προτιμούσα.
-Μια γυναίκα ήταν, άγνωστου Θεού, άγνωστης χώρας.
-Η τιμωρία μου ήταν να βρίσκομαι ανάμεσα τους, να τους αναπνέω αλλά να μην τους κατέχω και να
μην με κατέχουν.
-Μια λύπη ξεχυνόταν στο πέρασμά της, ένας αέρας θλιμμένος…
-Με ένα όνειρο κοιμόμουν, δεν το έβλεπε κανείς μόνο εγώ.
Δεν άνηκε σε κανέναν, ούτε καν σε εμένα.
– Το όνειρό της ψάχναμε όλοι…
