Στα σχολικά θρανία χαράχτηκαν τα μεγαλύτερα όνειρά μας.
Δε χρειάζονται πολλά πράγματα για να κάνουν τα παιδικά σου χρόνια να θυμίζουν ξεχωριστά κι αλησμόνητα. Τι χρειάζεται; Ένα μολύβι, ένα θρανίο και μπόλικη φαντασία. Ναι, ένα κομμάτι ξύλο έχει θαυματουργές ιδιότητες. Πάνω εκεί χαράχτηκε κάθε μας όνειρο, κάθε μας έρωτας και σκέψη.
Προβληματισμοί που τριβέλιζαν το μυαλό μας από τότε, κάνοντας τα θρανία τους μεγαλύτερους ψυχολόγους μας, που τα καημένα αν είχαν φωνή θα αναστέναζαν.
Μοιραστήκαμε μυστικά με το διπλανό μας που δεν τα έμαθε ποτέ η δασκάλα, διότι εν τάχει τα σβήναμε με τη γόμα ή το σάλιο μας. Άλλα μουτζουρωμένα, άλλα βρομερά, άλλα κάτασπρα γι’αυτούς που ήταν μονίμως συγκεντρωμένοι στο μάθημα. Ήταν κάθε φορά εκεί δίπλα σου το θρανίο σου, όταν το μυαλό σου χάζευε και ταξίδευε νοερά σε άλλες χώρες και πολιτισμούς, γιατί όνειρό σου από παιδί ήταν να γυρίσεις όλο τον κόσμο. Ακουμπούσες πάνω του κάθε φορά που βαριόσουν κι άφηνες ελεύθερο το βλέμμα σου να χαθεί στο προαύλιο και στο τμήμα που εκείνη την ώρα είχε γυμναστική κι εσύ ζήλευες, καθώς η ώρα των θρησκευτικών ήταν αβάσταχτη.
Ωστόσο εκεί βρίσκονταν κι οι βαθμοί σου, αφού εκεί ήταν γραμμένα τα σκονάκια που σε βοηθούσαν να διαπρέψεις σε κάθε απροειδοποίητο διαγώνισμα. Έκρυβε με εχεμύθεια κάθε λογής σχόλιο που έκανες κρυφά για κάποιον συμμαθητή σου ή για μια αχώνευτη δασκάλα που σε σήκωνε κάθε φορά να πεις μάθημα. Αληθινά γέλια αντηχούσαν μέσα από αυτό το ξύλο με τα μάτια μας δακρυσμένα απ’ τα χαχανητά.
Είχαμε αδυναμία στα παιδιά με καθαρά μάτια, αφού σε εκείνη την ηλικία ήταν τα πιο ερωτεύσιμα και τα πιο πλάνα. Ήταν οι εποχές που ήμασταν ερωτευμένοι με τη ζωή και τις τότε ομορφιές της που φάνταζαν αθώες κι αγνές. Η αξιολάτρευτη ηλικία που έλεγες θα γίνεις αστροναύτης για να πατήσεις στη Σελήνη, γιατρός για να βοηθάς τους ανθρώπους, αστυνομικός για να κυνηγάς το έγκλημα ή πιλότος γιατί σου άρεσε να πετάς.
Ιστορίες, ανέκδοτα, τρίλιζες, κρεμάλες ήταν οι τότε διέξοδοι για να καθαρίσει το μυαλό σου. Πάνω σε αυτό το θρανίο που έχτισες τις βάσεις και τα θεμέλια μιας χαρούμενης και ξέγνοιαστης παιδικής ηλικίας που τώρα την αναπολείς και τη ζητάς πίσω νοσταλγικά. Που οι μόνες σου έγνοιες τότε ήταν να χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα και να τρέξεις φουριόζος στο κυλικείο να φας την τελευταία τυρόπιτα κουρού. Πάνω σε αυτό το ξύλο που έπεσες σε βαθύ ύπνο πολλά πρωινά, επειδή το προηγούμενο βράδυ σκεφτόσουν αυτόν/ήν που σε κάθε διάλειμμα παίζατε κυνηγητό και μοιραζόσασταν λίγη απ’ την αθωότητά σας.
Εκεί που σκεφτόσουν πότε θα περάσει η ώρα για να πας σπίτι να φας και να κοιμηθείς , μιας κι ο μεσημεριανός ύπνος είναι ευεργετικός για τα παιδιά. Άνοιγες τρύπες με το στιλό σου και σκάλιζες το όνομά σου για να μείνει ανεξίτηλο και στις μικρότερες γενιές που σιγά-σιγά θα έπαιρναν τη θέση σου και θα κάθονταν στην καρέκλα σου και θα άραζαν στο ξεχωριστό θρανίο σου. Θα διάβαζαν αυτά που ξέχασες να σβήσεις στο τέλος της χρονιάς που πάντα συνηθίζατε να παίζετε μπουγέλο με νερόμπομπες στη διπλανή πλατεία του σχολείου.
Αποχωρείς περήφανος με μια γλυκόπικρη γεύση κι αποχαιρετάς και τα παιδιά που τώρα αυτά είναι το μέλλον μας κι η συνέχειά μας κι αναρωτιέσαι για το πόσο γρήγορα πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια κι οι στιγμές σου.
Συντάκτης: Νότα Κάρλε
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη
