Συγγνώμη που ήμουν μαζί σου μαλάκας.
Είχα ξεκινήσει να γράφω πάλι για μια καριόλα, αλλά που και που με πιάνει τ’ αλλιώτικο.
Σου οφείλω ένα «συγγνώμη» κι ένα «ευχαριστώ» ρε. Ξέρεις ποια είσαι. Εσύ, που μ’ αφήνεις να σε φιλάω στο μέτωπο και να φεύγω. Εσύ, που ξέρεις και τραγουδάς. Μην πεις όχι, ξέρεις. Εσύ, που μ’ άφησες να σε στριμώξω ένα βράδυ σ’ έναν τοίχο, το βράδυ ακριβώς εκείνο, που ήθελα ν’ ακούσω ένα «μη σταματάς».
Και τώρα το βγάζω κι αυτό από το σύστημά μου, ενώ θα’ πρεπε να μιλώ για σένα.
Μην το παρεξηγήσεις, φιλαράκια ήμασταν, φιλαράκια κι είμαστε. Πες και κάτι λιγότερο μετά απ’ ο,τι έπαιξε. Για κάποιον λόγο, το θυμάμαι σαν να’ ταν καιρό πίσω, δεν ήταν. Τέλος πάντων, σ’ ευχαριστώ.
Σ’ ευχαριστώ που δεν είδες ο,τι σου’ δειξα. Δε δείχνω στον κόσμο τα πάντα, βασικά, δε δείχνω τίποτα. Δε μ’ έπιασες μεθυσμένο, μ’ έπιασες ευάλωτο, και κοίταξες. Και δεν έφυγες, άραξες εκεί δίπλα, το σκέφτηκες λιγάκι, είπες, «μ’ αρέσει». Στο χρωστάω, δεν μου’ χουν πει πολλοί «είσαι εντάξει άτομο».
Σ’ ευχαριστώ που ήσουν σωστή απέναντί μου, όσο καμιά άλλη. Συμβιβάστηκες με λίγα, πήρες λιγότερα. Έχω φερθεί καλύτερα στην ζωή μου –βασικά, έχω φερθεί πολύ καλύτερα στην ζωή μου- κι έφαγα τα μούτρα μου. Ήσουν εκεί, να μου δείξεις πως υπάρχει κάπου ψυχή, και ξέρει και να βγαίνει που και που.
Με πήρες αγκαλιά όταν ήμουν χώμα γι’ άλλη, μου είπες πως μ’ αγαπάς, και δεν ήταν «σ’ αγαπώ», σαν αυτά στο τσιγάρο, εσύ το εννοούσες. Δεν μ’ αγάπησες για τους κοιλιακούς που δεν έχω, μ’ αγάπησες γιατί κατάλαβες τι θέλω να σου πω, όταν δεν σου λέω κουβέντα.
Και σου’ χω και μια συγγνώμη. Συγγνώμη που δεν ήμουν εκεί για σένα, όσο σου’ πρεπε. Συγγνώμη αν σε πλήγωσα, κι αν σ’ έκανα να ελπίζεις. Συγγνώμη που σε ξεφορτώθηκα με μια ηλίθια δικαιολογία, συγγνώμη που ζήλεψα όταν χαθήκαμε, συγγνώμη που σε σκέφτηκα άσχημα, έστω και για μια στιγμή, ενώ είσαι παιδί με καρδιά και βάθος.
Έπιασα να γράψω για την Α…φροξυλάνθη, γιατί την αισθάνομαι τόσο κοντά, που την νιώθω ν’ ανασαίνει πάνω μου. Γιατί κάποτε καθίσαμε σ’ ένα σκαλοπάτι και κρυώναμε κι ονειρευόμασταν. Γιατί πάνω απ’ όλα, τώρα συναντιόμαστε, κι επειδή ήμουν μαλάκας, είμαστε παγάκια ο ένας στον άλλον.
Αν θες να σ’ αγαπήσουν βαθιά, μέχρι το κόκαλο, μην δείξεις τον καλύτερο εαυτό σου, και μην στρώσεις το φέρσιμό σου για ν’ αρέσεις. Δείξε ποιος είσαι. Κι ας είναι λίγοι να το δουν. Γι’ αυτούς είμαι ο Γιώργης. Έχω πάντα ένα ποτήρι κρασί, μια κουβέρτα, μια κουβέντα. Γι’ αυτούς βάζω ένα σαξόφωνο να παίζει, και κατεβάζω τις ομορφότερες γραμμές μου.
Όλοι οι άλλοι, μισάνθρωπος, κομπλεξικός, άντε γαμηθείτε, καλημέρα.
Συντάκτης: Γιώργος Γραμματόπουλος
