Θεός αν είναι κι αν μ’αγαπάει κανείς…
Πέρασαν χρόνια από τότε, μεγάλωσα και μεγάλωσες.
Τι κι αν όμως; Μυαλό δε βάζεις κι έρχεσαι απρόσκλητος, ανεπιθύμητος κι απορώ…
Ποιος είσαι και μπαίνεις με το έτσι θέλω στις νύχτες μου; Σ’ έχω βυθίσει χίλιες φορές σε χίλιες θάλασσες, μα εσύ ζωντανεύεις πάλι και βρίσκεις τρόπο και γίνεσαι σκιά μου.
Γίνεσαι εκείνο τ’ όνειρο που είχαμε και που με τόσο θράσος σκότωσες.
Γίνεσαι φωνές. Οι φωνές των αγέννητων παιδιών μας. Που μιλούν και λένε το ίδιο παράπονο κάθε βράδυ. Λένε ξανά και ξανά το ίδιο γιατί, γιατί δεν τα φέραμε στον κόσμο αυτό, τ’ αφήσαμε και ξέμειναν στην αναμονή σαν ιδέα. Όπως ακριβώς κι εκείνο τ’ όνειρό μας που αφήσαμε μισό.
Γίνεσαι η λαχτάρα μου για τη χαρά, που θα φτιάχναμε μαζί στο σπίτι εκείνο και θα το πλημμύριζαν οι παιδικές φωνούλες του “μαζί” μας! Μία χαρά που αφού τη διέλυσες, τη σκόρπισες τριγύρω. Λες κι ήτανε η στάχτη της αποτεφρωμένης μας αγάπης.
Που προηγουμένως την πυρπόλησες ανελέητα, σκληρά κι ενώ καιγότανε γέλαγες… Ενώ καιγότανε το ‘κανες κέφι. Όμως, ενώ καιγότανε εγώ πέθαινα μαζί της κι εσύ εκεί, να κοιτάς και να ευχαριστιέσαι!
Αφού δε μ’ αγάπησες εσύ, που στα ‘δωσα όλα, τότε ποιος;
Κάθε δάκρυ που κύλησε από τα μάτια μου, εύχομαι να γίνει φωτιά επάνω σου και μέσα σου. Να σου κάψει τα σωθικά όπως ακριβώς με έκαψες κι εσύ.
Γιατί δε σε συγχωρώ πια. Δε θα σε συγχωρήσω ούτε εγώ, ούτε όμως κι εκείνες οι μικρές παιδικές φωνούλες!
Μονάχα για ‘μένα κρατώ μια συγχώρεση, που έκανα τόσο μεγάλο λάθος.
Αν κάποιος μ’ αγαπά κι εμένα, αυτός είναι μόνο ο Θεός κι αν…
Αν… Αν υπάρχει Θεός…
Προσεύχομαι στις φλόγες να καείς!
