Τελικά θα κάνεις κάτι ή θα παραδεχτείς ότι την έχασες;
Όλα πλέον έχουν τελειώσει. Ξημέρωσε, το φεγγάρι αντικαθίσταται απ’ τον ήλιο και τ’ όνειρο έπαψε πλέον να καταλαμβάνει τον κόσμο σου. Σ’ ενοχλούν τα πάντα, σπάζεσαι με τα πάντα, σου φταίνε όλα! Το κεφάλι σου διαγράφει ακανόνιστες πορείες αρρώστων σεναρίων. Προσπαθείς να τα κάνεις όλα αυτά να σταματήσουν. Να ηρεμήσει το κεφάλι σου. Να σταματήσουν οι καριόλες οι σκέψεις. Αλλά πώς θα γίνει αυτό; Δεν ξύπνησες μόνος από τ’ όνειρο, σε σήκωσαν βάναυσα. Σαν αυτή τη φωνή της μάνας σου που επί 12 χρόνια σου φώναζε να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι για να προλάβεις το κουδούνι στις 8:10.
Ο εαυτός σου δεν το δέχεται αυτό. Έχεις αποκτήσει πλέον μιας πρώτης τάξεως εγωισμό. Απλά δεν το δέχεται. Δεν το συλλαμβάνει ο νους σου ότι σε άφησε. Ξέρεις πολύ καλά ότι θ’ απελπιστείς ακόμα πιο άσχημα αν το πιστέψεις. Γι’ αυτό στέλνεις μηνύματα, αράζεις στο προφίλ της, κοιτάς παλιά μηνύματα και μάλιστα όταν τύχει και σου στείλει πίσω νευριάζεις που σου απαντάει έτσι ψυχρά.
Γιατί ρε μαλάκα; Αφού δεν είστε μαζί, τι θες να σου λέει ; «Αγάπη μου» και «μωρό μου»; Νομίζεις ότι θα είναι έτσι ρόδινα τα πράγματα; Στο χωρισμό φαίνεται μια από τις πιο απόκρυφες πλευρές του ανθρώπου. Φρόντισε να κρυφτείς και να μην καταστρέψεις ό,τι εικόνα έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος αυτός για σένα.
Έπειτα, κάπου εκεί, φτάνει η στιγμή της πλήρους απελπισίας. Της απελπισίας όταν κάθεσαι μόνος στο μπαλκόνι με το στριφτό σου και τον αναπτήρα, να αναπολείς ό,τι ζήσατε. Να την ευχαριστείς για όλ’ αυτά από μέσα σου και να προσπαθείς να το δεχτείς επιτέλους. Ενώ κλαις σιωπηλά.
Κόψε τις μαλακίες, δε θα το δεχτείς ποτέ! Φτιάχνεις τον κόσμο σου και ζεις εκεί. Στη δική σου ουτοπία του ότι θα πάνε τελικά όλα καλά. Εκεί όπου η ψυχεδέλειά σου είναι αυτή η σκέψη που λέει «λες να τα ξαναβρούμε; ας προσπαθήσω και ό,τι βγει, δεν έχω να χάσω κάτι πλέον». Την οποία την πιστεύεις όλο και πιο πολύ. Η οποία γίνεται όλο και πιο έντονη. Κι έντονη και πιο έντονη, μέχρι που φτάνεις στο αποκορύφωμα και αποφασίζεις να τα παίξεις όλα για όλα.
Να δώσεις ό,τι έχεις και δεν έχεις. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πάρεις τ’ αρχίδια σου πίσω. Δεν πειράζει. Ο έρωτας δεν είναι κουμπαράς να μετρά ο καθένας τι δίνει και τι παίρνει. Εσύ να δώσειςς απλόχερα και να το γουστάρεις. Κι ας τον σπάσει μετά εκείνη κι ας πάρει ό,τι μαζέψατε τόσο καιρό.
Καλά όλ’ αυτά που σκέφτεσαι. Αλλά πρακτικά τι είσαι ικανός να κάνεις; Θα μπουκάρεις απλά στο σπίτι της και θα της τα πεις χύμα; Θα της δώσεις χρόνο να της περάσει όλο αυτό; Κι αν δεν της περάσει; Κι αν βρει κάποιον άλλο; Δεν αντέχεις την τελευταία σκέψη οπότε προφανώς θα κατεβάσεις ό,τι ουίσκι βρεις μπροστά σου, θα σκάσεις σπίτι της και να πάνε να γαμηθούν όλα.
Δε σε νοιάζει τίποτα. Είσαι ήδη ηττημένος. Δεν έχεις να χάσεις τίποτα άλλο. Ούτε φοβάσαι κάτι. Κι από την στιγμή που θα μπεις εκεί μέσα, δε θα φύγεις από ‘κει παρά μόνο σαν νικητής. Ή σαν ξεφτιλισμένος. Το ρισκάρεις. Βάρα πάτο και χώσε της τα. Άνοιξε της τις σκέψεις σου, αυτές που σε βασανίζουν τόσο καιρό, αυτές που τρέμεις να βγουν αληθινές. Κάνε το και στο υπόσχομαι. Ό,τι και να γίνει εκεί μέσα, όπως και να καταλήξετε μετά απ’ αυτό θα έχεις το κεφάλι σου ήσυχο και θα είσαι ικανοποιημένος από τον εαυτό σου. Κι ας φύγεις από ‘κεί μέσα μ’ ένα χαμόγελο. Ακόμη κι αν φύγεις με δάκρυα στα μάτια.
Επιμέλεια κειμένου Παναγιώτη Μουστάκα: Ελευθερία Παπασάββα.