Εκείνους που αγαπιούνται ούτε ο θάνατος μπορεί να τους χωρίσει.
Της Στεύης Τσούτση.
Πέθανε, σου λένε. Και μέχρι να ολοκληρώσουν την πρόταση και να μάθεις το όνομα αυτού που έφυγε, μουδιάζουν τα σωθικά σου.
Όταν η απώλεια ταυτοποιείται, όταν αποκτά πρόσωπο και υπόσταση, κάποιο κομματάκι της ψυχής σου πετά στον αέρα. Και δεν επιστρέφει ποτέ.
Φεύγει με την ψυχή εκείνου που αγάπησες, εκείνου που μοιράστηκες στιγμές, χαρές και λύπες.
Φεύγει μαζί με εκείνον που δε θα ξαναδείς. Εκείνον που δε θα ξαναγυρίσει κι ας το θέλεις.
Αρνείσαι να πιστέψεις την απώλεια. Έφυγε λένε. Μα πότε θα ξαναγυρίσει, αναρωτιέσαι.
Κι εκείνα τα μάτια τα γεμάτα ζωή πως μπορούν να πάγωσαν; Πως γίνεται να μην ξαναπέσουν πάνω σου γεμάτα ζωντάνια δείχνοντας τα συναισθήματα της στιγμής;
Άτιμο πράγμα ο θάνατος. Μήτε προειδοποιεί, μήτε προετοιμάζει.
Σε πιάνει αδιάβαστο και σε αφήνει να θρηνείς εκείνον που φεύγει. Σε αφήνει να θυμάσαι στιγμές και να πενθείς για εκείνες που θα μπορούσαν να έρθουν μα που πλέον είναι καταδικασμένες να μη συμβούν ποτέ.
Κι αυτή η παγωμάρα του. Αυτό το αίσθημα του κενού, η αίσθηση του ατελείωτου αδειάσματος.
Λες κι ανοίγει μια τρύπα στο στήθος σου κι από εκεί αδειάζει η ψυχή. Βάζεις τα χέρια να την κλείσεις, να προστατεύσεις ό,τι έχεις κι αυτή ξεγλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλά σου.
Είναι η παγωνιά του τελεσίδικου χωρισμού. Γεμάτη πόνο κι αδικία για την απόφαση του Μέγα Θεριστή.
Πεθαίνουν οι άνθρωποι που αγάπησες κι εσύ μένεις πίσω.
Τους θυμάσαι, τους μελετάς και δεν παύεις λεπτό να τους αγαπάς.
Κι αυτή ακριβώς είναι και η μεγάλη ήττα του θανάτου. Εκεί που λογιάζει τον εαυτό του νικητή παίρνοντας τον άνθρωπό σου, εκεί είναι που χάνει.
Γιατί η αγάπη, η αληθινή, ανυπόκριτη αγάπη, δεν αφήνει κανέναν να χωρίσει τους ανθρώπους, μήτε το θάνατο…