Μαγκιά σημαίνει να έχεις ψυχή.
Έννοια παρεξηγημένη και ιδιαιτέρως νοθευμένη από το πέρασμα των καιρών, η «μαγκιά» έχει αλλάξει πολλές μορφές· στα χρόνια των παππούδων μας ήταν η ιδιάζουσα συμπεριφορά των αντισυμβατικών της εποχής, που κρεμούσαν το σακάκι στον έναν ώμο και κοπανούσαν τα κομπολόγια τους στα επιμέρους καφενεία.
Τα χρόνια πέρασαν, και η λέξη έχασε την αυθεντικότητά της, ξεπέφτοντας στο σημείο να περιγράφει αγενείς συμπεριφορές κι αυθάδεια· οι τύποι που τσαμπουκαλεύονται στα φανάρια, οι γραφικοί άνθρωποι που ξεσπάνε τα νεύρα τους σε σερβιτόρους και πωλητές, οι εργαζόμενοι που κάνουν γυμνάσια στους νεοφερμένους υπαλλήλους, το παιδάκι του Δημοτικού που κλωτσάει το ανυποψίαστο γατάκι για να φανεί δυνατό στους συμμαθητές του. Όλοι βαφτίζουν τις συμπλεγματικές τους συμπεριφορές μαγκιά και φέρονται αναλόγως.
Κι όμως, η μαγκιά είναι μια αξία αυθεντική και μεγαλειώδης, τόσο απλή που καταλήγει σύνθετη, όπως κάθε μεγάλη έννοια, εδώ που τα λέμε. Ας μη γενικεύουμε λοιπόν, κι ας μην αφήνουμε οποιονδήποτε ημιμαθή να αποκαλεί το θράσος του με λάθος όρους, ούτε να εννοεί ως αυτοπεποίθηση την αγένεια και την αδικαιολόγητη έπαρση, γιατί όλα αυτά μόνο μαγκιά δεν είναι.
Μαγκιά, λοιπόν, είναι να αρνείσαι τα σίγουρα· τις στρωμένες δουλειές, τις προδιαγεγραμμένες πορείες ζωής, την πνιγηρή βεβαιότητα που σου επιτάσσει ο οικογενειακός και κοινωνικός σου περίγυρος. Να ρίχνεις σε όλα μια κλωτσιά γιατί η δήθεν ασφάλεια που σου παρέχουν δε στάθηκε αρκετή για να ξεπεράσει τη λαχτάρα σου για δημιουργία και τη δίψα σου γι’ αυτό το κάτι παραπάνω. Να είσαι μοναδικός σε έναν κόσμο που σε θέλει κόπια και να καμαρώνεις γι’ αυτό.
Μαγκιά είναι να προσπαθείς για το ανέφικτο επειδή το λέει η ψυχούλα σου, κι όταν τρως τα μούτρα σου να μη κεντράρεις στο «έπαθα», αλλά στο «έμαθα». Ν’ ακούς με προσοχή τις συμβουλές των έμπειρων, να τις κατανοείς και να ζυγίζεις τα πιθανά αποτελέσματα των πράξεών σου, και παρ’ όλα αυτά ν’ ακολουθείς το δικό σου δρόμο γιατί το καλό σου το ξέρεις εσύ, κι εσύ θα ζήσεις με τα λάθη σου. Άλλωστε θέλει κότσια για να διαχειριστείς την κριτική, κι εσύ γεννήθηκες μ’ αυτά.
Μαγκιά δε σημαίνει να πουλάς τσαμπουκά, αλλά να υπερασπίζεσαι με πάθος τόσο τον εαυτό σου, μα κι οποιονδήποτε πέφτει θύμα άδικων χειρισμών μπροστά στα μάτια σου. Να μην αδιαφορείς και να μη γυρνάς το κεφάλι σε καμιάς λογής παράνοια, ακόμα κι αν ο αντίκτυπός της δε σε αφορά άμεσα. Να πηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα της εποχής για την ουσία, κι όχι για το σαματά. Να προσπαθείς να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό, ακόμα κι αν οι πιθανότητες είναι εξαρχής εναντίον σου.
Μαγκιά είναι να γνωρίζεις τον εαυτό σου και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζεις να τον εκπλήσσεις σε κάθε πιθανή ευκαιρία. Να σου αρέσει να αρέσεις, αλλά να μην εξαρτάται η υπόστασή σου από αυτό. Οι άνθρωποι γύρω σου να μην είναι σκαλιά ν’ ανέβεις, αλλά γέφυρες για να περνάς απέναντι. Κι όταν οι γέφυρες είναι σαθρές να τις μπουρλοτιάζεις χωρίς να κοιτάζεις πίσω. Μαγκιά σημαίνει να έχεις τη δύναμη να βλέπεις τα δύσκολα ως πρόκληση κι όχι ως πιθανή καταστροφή.
Μαγκιά σημαίνει οι πράξεις σου να συνάδουν με τα πιστεύω σου, μα όσο εύκολο κι αν φαντάζει κάτι τέτοιο στα λόγια, πίστεψέ με, τόσο δύσκολο είναι στην πράξη. Άλλωστε η συγκεκριμένη αρετή δε φωνάζει την παρουσία της, αλλά την υπογραμμίζει, και δυστυχώς η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν αντέχει να ζει χωρίς θόρυβο. Ίσως, τελικά, μαγκιά να σημαίνει κάτι πολύ απλό· να έχεις ψυχή. Ψυχή ν’ αγαπάς, να συγχωρείς και να μαθαίνεις.
Της Φρόσως Μαγκαφοπούλου.