Ο τρόπος που επικοινωνούσαμε, μάτια μου, δεν έσβησε ποτέ.
Της Μαρίας Χαρίτου.
Εικόνες παντού… σε άλμπουμ, στο προφίλ μας στα κοινωνικά δίκτυα, κρεμασμένες στο τοίχο του σπιτιού μας, στολισμένες σε κορνίζες , στο σκρίνιο της γιαγιάς , ή ακόμα και στο βιογραφικό μας. Λειτουργούν ως αναμνήσεις και πολλές φορές ως ένας τρόπος για την προβολή μας. δεν είναι τυχαία η φράση «μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις».
Μιλάμε μέσα απ αυτές, στέλνουμε μηνύματα εκεί που δε μπορούμε να στείλουμε λέξεις, κρατάμε αναλλοίωτες κάποιες από τις όμορφες στιγμές μας: ένα φιλί, ένα χαμόγελο, την αγριάδα της θάλασσας ένα χειμωνιάτικο βράδυ, το πρώτο βλέμμα ενός νεογέννητου προς τον μπαμπά του, τη στιγμή που τον αντικρίζει για πρώτη φορά! Εικόνες, που ΠΡΕΠΕΙ να μείνουν ζωντανές για πάντα.
Πριν λίγες ημέρες έπεσα τυχαία πάνω σε μια φωτογραφία σου. Ήταν αλλοιωμένα τα χρώματά της, σα να ήθελες κάτι να κρύψεις, και ίσως και να το πέτυχες. Ίσως όμως, και απλά να μην αντέχεις αυτή την εικόνα που έχεις πλέον. Το βλέμμα μου στάθηκε πάνω στα μάτια σου. Πάντα θα σε αναγνωρίζω μέσα από ένα βλέμμα. Μόνος, λυπημένος, κενός. Τα μάτια σου φώναζαν ΒΟΗΘΕΙΑ σε αυτή τη φωτογραφία. «Πόση θλίψη χωράει σ’ ένα βλέμμα; Πόση μοναξιά»; Απόρησα. «που πήγε η λάμψη τους, που τύφλωνε ακόμα και τον ήλιο»;
Λυπήθηκα. είδα δυο πανέμορφα, γεμάτα απελπισία μάτια, που καμία επεξεργασία δε μπορούσε να τη κρύψει. Έμεινα να τα κοιτάζω για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα. Μπορούσαν ακόμα και μου μιλούσαν, όπως τη πρώτη μέρα, τότε, που σου είπα πράγματα για σένα που γνώριζαν μόνο οι στενοί σου φίλοι… τότε, που με κοίταζες σοκαρισμένος και σου χαμογέλασα παιχνιδιάρικα. Αυτή τη φορά όμως, δεν ήθελα να μάθω, μα ούρλιαζαν. Όχι, δεν ήθελα… μα ούρλιαζαν!
Αυτά τα μερικά δευτερόλεπτα, ήταν αρκετά για να νιώσω τι σου συμβαίνει. Συγκλονίστηκα! Να είναι αποτέλεσμα κάποιας συμπαντικής δύναμης, ή απλά ο περίεργος τρόπος που επικοινωνούσαμε δεν έσβησε ποτέ;
«Ας είσαι καλά», ψιθύρισα κοιτάζοντάς σε για μια τελευταία φορά…