Δεν έφαγα τα νιάτα μου στα βιβλία για να πίνω καφέ με ξένο πορτοφόλι.
Της Έφης Μπαμπούρη.
“Όταν θα μεγαλώσω…”, έλεγα ενώ της τραβούσα τη φούστα και δεν την άφηνα να νοικοκυρέψει. Κι εκείνη, λες και ήξερε, γυρνούσε να με κοιτάξει με την ευχή “μακάρι”να βγαίνει από το στόμα της. Έμοιαζε αυτή της η λέξη τόσο δυνατή στα αυτιά μου. Με πίστευε, το ήλπιζε και ήθελε να πετύχω.
Όμως όχι πια. Χρόνια ανέμελα και ξένοιαστα τα φοιτητικά. Λίγοι εκείνοι που σκέφτονταν το αύριο. Εκείνοι που τους απασχολούσε τι θα συμβεί μετά. Ποιος καθόταν να σκάσει, μωρέ; Λες και το πορτοφόλι του μπαμπά θα δίνει μια ζωή. Λες και η ξάπλα και τα ξενύχτια θα σε ικανοποιούν για μια ζωή. Να περνάμε καλά, καημένε, και για αύριο βλέπουμε.
Μέχρι που χτυπά η πραγματικότητα την πόρτα. Δε με ικανοποιεί πλέον ο καναπές. Δε γουστάρω να βγαίνω για καφέ και να απλώνω το χέρι για λίγα ευρώ. “Όταν μεγαλώσω, εσύ δε θα δουλεύεις πια μαμά”, έλεγα.
Κι ακόμη το θέλω, αν με ρωτάς. Έχω στόχους. Αν έκανα πίσω, είναι από συμβιβασμό. Συμβιβάζομαι και δέχομαι να πατήσω εκεί που με αναγκάζετε μα όχι για πολύ. Ίσως να μη βρεθώ κατευθείαν στο φεγγάρι μα για αρχή θα μείνω κοντά στα αστέρια. Να σου το πω κι αλλιώς.Δεν έφαγα τα νιάτα μου χωμένη στα βιβλία για να πίνω καφέ με ξένο πορτοφόλι.