Η αγάπη της ή ο εγωισμός της… τον έφτασε στο τέλος του!!
Της Κωνσταντίνας Ποζουκίδου
Εκεί τον βρήκε το ξημέρωμα… καθισμένο με το φλάουτο αγκαλιά του, σε έναν βράχο απέναντι από την κάμαρη της…
Περίμενε ώρες ολόκληρες… μάταια! Το πρόσωπο του δεν φωτίστηκε! Όσο περνούσε η ώρα σκοτείνιαζε, χαμήλωναν τα μάτια του και έκλαιγαν… έκλαιγε η ψυχή του και έτρωγε τα σωθικά του…
Η μουσική του, το θλιμμένο άσμα που αντηχούσε στον ουρανό και ξυπνούσε τα αστέρια, τον συντρόφευε τον τελευταίο καιρό… γλυκιά η φωνή του σαν αηδόνι, μελαγχολούσε τη νύχτα…
Είχε σταματήσει να πηγαίνει στο καφενείο… δεν άντεχε τις κουβέντες… δεν ήθελε χαμόγελα… δεν ήθελε καλημέρες…
Μα μόνο αυτήν να ξαναντικρίσει…
Μια καλημέρα να της πει, ο κόσμος του να φωτίσει…
Αλλά και σε αυτό έπαψε πια να ελπίζει… και άρχισε να λαχταρά τη μορφή της… πεθύμησε το γέλιο της, το χαμένο στα χρόνια της ξενοιασιάς της… τότε που ερωτευμένοι και οι δύο κάνανε όνειρα, σχέδια για το μέλλον, το κοινό τους μέλλον…
Και τότε έτυχε να είναι ανοιχτός ο ουρανός και να ακούσει ο Θεός τον λόγο τους… και γέλασε κρυφά μη θέλοντας να φανερώσει τα δικά του σχέδια…
Ποιος να το έλεγε; Δύο ερωτευμένοι να καταλήγουν χωρισμένοι…
Χώρια να πονάνε και να μην το μαρτυράνε…
Άλλωστε ποιος θα τους άκουγε και ποιος θα καταλάβαινε τον πόνο; Αβάστακτος ο χωρισμός μόνο για όποιον τον ζει…
Την πάντρεψαν μικρή μικρή, πριν μαθευτεί στο χωριό ο έρωτας τους… μα γαμπρός δυστυχώς, δεν ήταν αυτός, αλλά ένας μεγαλέμπορας τους… Μεγαλωμένος με αρχές, σε μέρη ξακουσμένα…
Και την άφησε να του δοθεί, να του παραδοθεί…
Έτσι, όπως σε αυτόν είχε υποσχεθεί…
Μα τι να κάνει και αυτή;
Κανείς δεν την ρώτησε και την γνώμη της δεν υπολόγισε…
Και έμεινε μόνος του αυτός και διπλά μόνη αυτή…
Ασχήμαινε αντί να ομορφαίνει μέσα στο νυφικό της…
Έκλαιγε αντί να γελάει, με το κακορίζικο της…
Και του ζήτησαν να φύγει… να μην την ξαναδεί…
Από τον κόσμο της να χαθεί… να εξαφανισθεί…
Και σε άλλην αγκαλιά την τύχη του να βρει…
Μα δεν τους μίσησε… αντίθετα, προσευχήθηκε για αυτούς…
που την κόρη τους θα δουν να την ζορίζει η βέρα…
Και τότε, να το μετανιώσουν πικρά
που στάθηκαν εμπόδιο στον έρωτα τους μια φορά…
Μα τι λάθος έκαμα; φώναζε συνέχεια…
Ερωτεύτηκα απλά μια γυναίκα, την ομορφότερη από όλες του χωριού,
σα βασίλισσα μεγαλωμένη και με πούπουλα καμωμένη…
Και πώς να την αποχωριστώ, πώς να της μακρύνω,
πώς θα ζήσω χώρια της τον χωρισμό εκείνο…;
Και αρραβωνιάστηκε αυτή, μέσα σε μεγάλη γιορτή…
Και όταν φόρεσε τη βέρα, να ‘χε μαζί της μια μαχαίρα, ευχήθηκε…
Από τη ρίζα το δάχτυλο να κόψει, ποτέ πια να μην ξαναφυτρώσει… Έκλαψε γοερά και εκείνον θυμήθηκε…
Αναστέναξε και σηκώθηκε από την καρέκλα, μόνη να χορέψει…
Να θρηνήσει ήθελε, όμως… να ουρλιάξει, να βρίσει, να ξεριζώσει τον πόνο που κατοικούσε μέρες στο κορμί της…
Να σηκωθεί να φύγει, εκείνον να τρέξει για να βρει…
Στην αγκαλιά του να ακουμπήσει και ύστερα να λιποθυμήσει…
Και μέσα στη ζάλη της, σα μια φωνή να ακούστηκε…
Και να την παρακαλούσε να ηρεμήσει…
Γλυκιά η φωνή του αηδονιού, συντροφιά ήθελε να την κρατήσει…
Και ήταν εκεί πλέον κάθε βράδυ…
Χαμένο μέσα στο σκοτάδι…
Όσο και να έψαξε όμως, δεν το είδε…
Το ευχαρίστησε από μακριά για την αγάπη που της πρόσφερε…
Της θύμιζε αυτόν, που τόσο είχε πεθυμήσει,
και αναρωτιόταν συνεχώς μήπως την είχε λησμονήσει…
Που να ‘ξέρε ο κακόμοιρος, πως κάθε βράδυ η καλή του τον ακούει… Καταριόταν την τύχη του, αυτήν, που κοντά της είχε φτιάξει…
Μα νωρίς την έχασε και σε άλλον την παρέδωσε…
Χάθηκε από κοντά του αυτή, και τέτοια αγάπη δεν θα ξαναβρεί…
Και μπορούσε, το ήξερε ότι μπορούσε να ζήσει δίχως της…
Μα τον ερώτησε κανείς, αν ήθελε…;
Άδεια η ζωή και χαραμισμένη θα πήγαινε…
Κάλλιο ο θάνατος για την ζωή του
Μα αφού για αυτήν γεννήθηκε, στον κόσμο το κορμί του…
Και όπως έρχονται οι εποχές και φεύγουν, τα χρόνια και περνούν…
Έτσι, έγινε και με εκείνη τη νύχτα… ήρθε και έφυγε…
Έτυχε να είναι εγωίστρια όμως… δεν ήθελε να φύγει μόνη…
Και όταν τον είδε καταγής τα αστέρια να κοιτάει…
Την αγκαλιά της άνοιξε, ταξίδι να τον πάει…
