Ο έρωτας έρχεται πάντα για να κλείσει τις πληγές σου
Που πάει η αγάπη όταν φεύγει;
Που κρύβονται οι άνθρωποι που έλεγες πως θα ήταν μιας ζωής κι αποδείχτηκαν αναλώσιμοι και λίγοι;
Σε απογοητεύει η ζωή, μάτια μου. Κι όμως, εσύ εκεί, εξακολουθείς να την πιστεύεις και να ελπίζεις.
Εξακολουθείς να ερωτεύεσαι. Να δίνεσαι…
Μόνο που μαζί με εκείνους που έφυγαν σαν κλέφτες από κοντά σου, σε εγκατέλειψαν και οι αντοχές σου.
Τώρα ψάχνεις πως γίνεται να μην πονάς.
Μα γίνεται; Αχ, δε γίνεται… κι ας λένε…
Φορτώθηκες πληγές. Κάθε μια με ονοματεπώνυμο. Κάθε μια με το τραγούδι και το νταλκά της. Με τις εικόνες, τις μνήμες, τις μυρωδιές.
Έρωτες.
Άνθρωποι που εμπιστεύτηκες, που αφέθηκες να σε γοητεύσουν, να σε κερδίσουν. Άνθρωποι που τόλμησες να φανταστείς τη ζωή σου μαζί τους. Άνθρωποι που ξεγύμνωσες το κορμί και την ψυχή σου και στάθηκες θαρρετά μπροστά τους.
Κι έγιναν καπνός. Μαύρος καπνός που εισβάλλει πηχτός στα ρουθούνια σου και σε πνίγει.
Έμεινες στη μοναξιά σου.
Να μετράς λάθη.
Να μετράς πόνο.
Να μετράς έρωτες λίγους.
Που πάει κανείς όταν πάψει να εμπιστεύεται; Που πάει όταν φοβάται να ερωτευτεί ξανά;
Πες μου, πως προχωρά ένας άνθρωπος; Πως σέρνει το κορμί του, πως γλύφει τις πληγές, πως γιατρεύεται;
Πότε τελειώνει ο γαμημένος ο πόνος της αποτυχίας; Πότε ξεπερνιέται ο έρωτας, μου λες;
Εκείνη η πόρτα που κλείνει στα μούτρα σου κι αφήνει πίσω της όνειρα και στιγμές, πότε παύει να παίζει στους εφιάλτες σου;
Γερνάς. Το νιώθεις.
Κι ένας άνθρωπος δικός σου δε βρέθηκε. Ένας έρωτας που να σταθεί στο ύψος του και να σου πει “Εγώ είμαι εδώ για σένα. Μη σε νοιάζει τίποτα”.
Μια φωτογραφία θέλεις. Να τη στηρίξεις με μαγνητάκι στο ψυγείο και να την κοιτάς κάθε που το ανοίγεις. Με δύο πρόσωπα χαμογελαστά. Ένα το δικό σου κι ένα το δικό του. Του ανθρώπου που δε θα φοβάται να σταθεί δίπλα σου. Εκείνου που δε θα δειλιάσει να σου πιάσει το χέρι, να σε στηρίξει, να σε κανακέψει.
Κουράστηκες στη μοναξιά. Δεν τον αντέχεις άλλο πόνο. Τον σιχάθηκες.
Να μπορούσες μια φορά να νικήσεις εσύ. Να μπορούσες να γραπώσεις τη ζωή από τα μαλλιά και να της δώσεις να καταλάβει πως αξίζεις.Αξίζεις ρε γαμώτο.
Ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα φιλί.
Έναν άνθρωπο. Δικό σου… Μόνο δικό σου.
Έναν έρωτα που θα έρθει για να μείνει.
Κι εσύ θα είσαι εκεί να τον δεχτείς. Γιατί τον ζήτησες, τον άξιζες, τον κυνήγησες.
Και σαν έρθει, γιατί δε γίνεται, γαμώτο, να μην έρθει, μία μία οι πληγές θα κλείσουν.
Δε θα εξαφανιστούν, μην τα μπερδεύεις. Εκεί θα μείνουν, λευκά σημάδια. Αόρατα στους άλλους, ορατά σε σένα.
Μα δε θα πονούν. Τρόπαια μαχών θα τα έχεις. Μνήμες από έρωτες που ήρθαν κι έφυγαν, λάθη που έγιναν, ανθρώπους που δε ζυγίστηκαν σωστά.
Και θα είναι τούτες οι πληγές που θα σου θυμίζουν πως σε εκείνον, τον ένα, που θα στέκει δίπλα σου, χρωστάς.
Του χρωστάς που έπαψες να είσαι πια ένα πληγωμένο αγρίμι.
Του χρωστάς τη γαλήνη και το χαμόγελο σου.
Του χρωστάς στιγμές κι όνειρα.
Μα πάνω από όλα, του χρωστάς εκείνο που είχες από καιρό χαμένο: την εμπιστοσύνη στον έρωτα και την ανθρώπινη επαφή…
Γράφει η Στεύη Τσούτση