Όσες φορές πέσεις, άλλες τόσες θα σε στήσω στα πόδια σου εγώ!
Γράφει η Σοφία Ισμήνη
Έσκυψε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα και με τα χέρια του έκλεισε τα αυτιά του προσπαθώντας να κρατήσει τη λογική του ακέραιη. Τα φώτα όλα σβηστά, κι εκεί στα σκοτεινά ,τα αναφιλητά της ρήμαζαν τη σιωπή, φτάνοντάς τον όλο και πιο κοντά στην παράνοια.
Το ήξερε από καιρό πως ήθελε να την παρατήσει, γι’αυτό έκλαιγε. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε να τον μεταπείσει, έπεφταν η μια μετά την άλλη εξαντλημένες στο κενό. Κι εκείνος, αποπειράθηκε πολλές φορές να την κάνει να σωπάσει, αλλά η μάχη μεταξύ τους ήταν ανισόρροπη εξ’ αρχής. Πότε ύψωνε το ανάστημα αυτή, πότε πατούσε στα κομμάτια της αυτός, αλλεπάλληλες συγκρούσεις ανάμεσά τους έδιναν παράταση στην ήττα. Γιατί μάχες σαν αυτή, δεν μετρούν νικητές, ούτε και λάφυρα. Απώλειες μόνο και θύματα.
Πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του κι άρχισε να τα τραβάει νευρικά. «Θα πάψεις επιτέλους; Τιποτένια που είσαι, ψεύτρα!» άρχισε να ουρλιάζει. Εκείνη στο πλάι του, ατάραχη, κάτι ψιθύριζε, εκνευρίζοντάς τον ακόμα περισσότερο.
«Έχεις μεγάλο θράσος», της αντιγύρισε σαρκαστικά και το στόμα του έσταζε φαρμάκι, «να βλέπεις τα όνειρά μου τσακισμένα, και να έχεις την απαίτηση να συνεχίσω να ονειρεύομαι. Πάρ’το απόφαση γλυκιά μου, ως εδώ ήταν, τελειώσαμε.»
Η επιμονή της σάλεψε το μυαλό του και η καρδιά του μην έχοντας άλλες αντοχές, βγήκε από το στήθος του και την άρπαξε από το λαιμό. «Πάψε» της φώναζε ξανά και ξανά, μα εκείνη δεν σώπαινε, φαίνεται δεν είχε ακόμα ηττηθεί.
«Αν έχεις τη δύναμη να με πνίξεις» , του είπε, «τότε έχεις και τη δύναμη να με κρατήσεις ζωντανή.»
Κι έτσι όπως μαλάκωνε και ξέσφιγγε η καρδιά του τη λαβή της, η ελπίδα δακρυσμένη συνέχισε να ψιθυρίζει.
«Υπομονή, υπομονή…»
